ομοιοπαθης • hOMOIOPAQHS • homoiopathēs

ὁμοιο·παθής -ές

Adjective (3-3-3)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3-3-3 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocομοιοπαθεςομοιοπαθ(ε)·ς
Nomομοιοπαθης[GNT]ομοιοπαθ(ε)·^ς
Accομοιοπαθη[LXX]ομοιοπαθ(ε)·α
Datομοιοπαθειομοιοπαθ(ε)·ι
Genομοιοπαθουςομοιοπαθ(ε)·ος
PlVocομοιοπαθεις[GNT][LXX]ομοιοπαθη[LXX]ομοιοπαθ(ε)·εςομοιοπαθ(ε)·α
Nom
Accομοιοπαθεις[GNT][LXX]ομοιοπαθ(ε)·ας
Datομοιοπαθεσι, ομοιοπαθεσινομοιοπαθ(ε)·σι(ν)
Genομοιοπαθωνομοιοπαθ(ε)·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 07-Dec-2019 04:22:12 EST