επιμελεια • EPIMELEIA • epimeleia

ἐπι·μέλεια, -ας, ἡ

Noun (Fem. 1st Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocεπιμελεια[LXX]επιμελει·α
Nom
Accεπιμελειαν[LXX]επιμελει·αν
Datεπιμελειᾳ[LXX]επιμελει·ᾳ
Genεπιμελειας[GNT][LXX]επιμελει·ας
PlVocεπιμελειαιεπιμελει·αι
Nom
Accεπιμελειας[GNT][LXX]επιμελει·ας
Datεπιμελειαιςεπιμελει·αις
Genεπιμελειωνεπιμελει·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Nov-2019 17:16:29 EST