ελαχιστος • ELACISTOS ELAXISTOS • elachistos

ἐλάχιστος -ίστη -ον (Superl. of ἐλαχύς)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocελαχιστη[GNT]ελαχιστεελαχιστ·ηελαχιστ·ε
Nomελαχιστος[GNT][LXX]ελαχιστ·ος
Accελαχιστηνελαχιστον[GNT][LXX]ελαχιστ·ηνελαχιστ·ον
Datελαχιστῃελαχιστῳ[GNT][LXX]ελαχιστ·ῃελαχιστ·ῳ
Genελαχιστης[LXX]ελαχιστου[GNT][LXX]ελαχιστ·ηςελαχιστ·ου
PlVocελαχισταιελαχιστοι[LXX]ελαχιστα[LXX]ελαχιστ·αιελαχιστ·οιελαχιστ·α
Nom
Accελαχισταςελαχιστουςελαχιστ·αςελαχιστ·ους
Datελαχισταιςελαχιστοιςελαχιστ·αιςελαχιστ·οις
Genελαχιστων[GNT][LXX]ελαχιστ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 18:11:49 EST