Αλεξανδρευς • ALEXANDREUS ALECANDREUS • Alexandreus

Ἀλεξ·ανδρεύς, -έως, ὁ

Noun (Mas. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocαλεξανδρευαλεξανδρ(ευ)
Nomαλεξανδρευς[GNT]αλεξανδρ(ευ)·ς
Accαλεξανδρεααλεξανδρ(ευ)·α
Datαλεξανδρειαλεξανδρ(ευ)·ι
Genαλεξανδρεωςαλεξανδρ(ευ)·ος
PlVocαλεξανδρειςαλεξανδρ(ευ)·ες
Nom
Accαλεξανδρειςαλεξανδρ(ευ)·ας
Datαλεξανδρευσι, αλεξανδρευσιν[LXX]αλεξανδρ(ευ)·σι(ν), αλεξανδρ(ευ)·σι(ν)
Genαλεξανδρεων[GNT][LXX]αλεξανδρ(ευ)·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Sunday, 19-Jan-2020 16:04:34 EST