αρχιτεκτων • ARCITEKTWN ARXITEKTWN • architektōn

ἀρχι·τέκτων, -ονος, ὁ

Noun (Mas. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocαρχιτεκτοναρχιτεκτον
Nomαρχιτεκτων[GNT][LXX]αρχιτεκτον·^
Accαρχιτεκτονα[LXX], αρχιτεκτωαρχιτεκτον·α, αρχιτεκτ(ο)[ν]·α
Datαρχιτεκτονι[LXX]αρχιτεκτον·ι
Genαρχιτεκτονοςαρχιτεκτον·ος
PlVocαρχιτεκτονες, αρχιτεκτουςαρχιτεκτον·ες, αρχιτεκτ(ο)[ν]·ες
Nom
Accαρχιτεκτονας, αρχιτεκτουςαρχιτεκτον·ας, αρχιτεκτ(ο)[ν]·ας
Datαρχιτεκτοσι, αρχιτεκτοσιναρχιτεκτο[ν]·σι(ν)
Genαρχιτεκτονωναρχιτεκτον·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Sunday, 19-Jan-2020 23:12:08 EST