ανταλλαγμα • ANTALLAGMA • antallagma

ἀντ·άλλαγμα[τ], -ατος, τό

Noun (Neu. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Neuter Noun
ContractedUncontracted
SgVocανταλλαγμα[GNT][LXX]ανταλλαγμα[τ]
Nom
Acc
Datανταλλαγματιανταλλαγματ·ι
Genανταλλαγματοςανταλλαγματ·ος
PlVocανταλλαγματαανταλλαγματ·α
Nom
Acc
Datανταλλαγμασι, ανταλλαγμασινανταλλαγμα[τ]·σι(ν)
Genανταλλαγματωνανταλλαγματ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Sunday, 21-Apr-2019 04:36:17 EDT