αλυσιτελης • ALUSITELHS • alusitelēs

ἀ·λυσι·τελής -ές

Adjective (3-3-3)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3-3-3 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαλυσιτελες[GNT]αλυσιτελ(ε)·ς
Nomαλυσιτεληςαλυσιτελ(ε)·^ς
Accαλυσιτεληαλυσιτελ(ε)·α
Datαλυσιτελειαλυσιτελ(ε)·ι
Genαλυσιτελουςαλυσιτελ(ε)·ος
PlVocαλυσιτελειςαλυσιτεληαλυσιτελ(ε)·εςαλυσιτελ(ε)·α
Nom
Accαλυσιτελειςαλυσιτελ(ε)·ας
Datαλυσιτελεσι, αλυσιτελεσιναλυσιτελ(ε)·σι(ν)
Genαλυσιτελωναλυσιτελ(ε)·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 20-Jan-2020 02:09:35 EST