αλαζων • ALAZWN • alazōn

ἀλαζών, -όνος, ὁ and

Noun (Mas. 3rd Decl. and Fem. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocαλαζων[LXX]αλαζον·^
Nom
Accαλαζονα, αλαζωαλαζον·α, αλαζ(ο)[ν]·α
Datαλαζονιαλαζον·ι
Genαλαζονοςαλαζον·ος
PlVocαλαζονες[GNT], αλαζουςαλαζον·ες, αλαζ(ο)[ν]·ες
Nom
Accαλαζονας[GNT], αλαζουςαλαζον·ας, αλαζ(ο)[ν]·ας
Datαλαζοσι, αλαζοσιναλαζο[ν]·σι(ν)
Genαλαζονων[LXX]αλαζον·ων
3rd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocαλαζων[LXX]αλαζον·^
Nom
Accαλαζονα, αλαζωαλαζον·α, αλαζ(ο)[ν]·α
Datαλαζονιαλαζον·ι
Genαλαζονοςαλαζον·ος
PlVocαλαζονες[GNT], αλαζουςαλαζον·ες, αλαζ(ο)[ν]·ες
Nom
Accαλαζονας[GNT], αλαζουςαλαζον·ας, αλαζ(ο)[ν]·ας
Datαλαζοσι, αλαζοσιναλαζο[ν]·σι(ν)
Genαλαζονων[LXX]αλαζον·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 15-Nov-2019 21:21:15 EST