ακατακαλυπτος • AKATAKALUPTOS • akatakaluptos

ἀ·κατα·κάλυπτος -ον

Adjective (2-2-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-2-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocακατακαλυπτεακατακαλυπτ·ε
Nomακατακαλυπτος[LXX]ακατακαλυπτ·ος
Accακατακαλυπτον[GNT]ακατακαλυπτ·ον
Datακατακαλυπτῳ[GNT]ακατακαλυπτ·ῳ
Genακατακαλυπτουακατακαλυπτ·ου
PlVocακατακαλυπτοιακατακαλυπταακατακαλυπτ·οιακατακαλυπτ·α
Nom
Accακατακαλυπτουςακατακαλυπτ·ους
Datακατακαλυπτοιςακατακαλυπτ·οις
Genακατακαλυπτωνακατακαλυπτ·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 25-Jan-2020 14:32:15 EST