ακαθαρτης • AKAQARTHS • akathartēs

ἀ·καθάρτη[τ]ς [t.r.], -ητος, ἡ

Noun (Fem. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocακαθαρτηςακαθαρτη[τ]·ς
Nom
Accακαθαρτηταακαθαρτητ·α
Datακαθαρτητιακαθαρτητ·ι
Genακαθαρτητοςακαθαρτητ·ος
PlVocακαθαρτητεςακαθαρτητ·ες
Nom
Accακαθαρτηταςακαθαρτητ·ας
Datακαθαρτησι, ακαθαρτησινακαθαρτη[τ]·σι(ν)
Genακαθαρτητωνακαθαρτητ·ων

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 17-Jun-2021 16:59:52 EDT