αγαθωτερος • AGAQWTEROS • agathōteros

ἀγαθώ·τερος -α -ον [LXX] (Comp. of ἀγαθός)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocαγαθωτερα[LXX]αγαθωτερεαγαθωτερ·ααγαθωτερ·ε
Nomαγαθωτερος[LXX]αγαθωτερ·ος
Accαγαθωτεραναγαθωτεροναγαθωτερ·αναγαθωτερ·ον
Datαγαθωτερᾳαγαθωτερῳαγαθωτερ·ᾳαγαθωτερ·ῳ
Genαγαθωτεραςαγαθωτερουαγαθωτερ·αςαγαθωτερ·ου
PlVocαγαθωτεραιαγαθωτεροιαγαθωτερα[LXX]αγαθωτερ·αιαγαθωτερ·οιαγαθωτερ·α
Nom
Accαγαθωτεραςαγαθωτερουςαγαθωτερ·αςαγαθωτερ·ους
Datαγαθωτεραιςαγαθωτεροιςαγαθωτερ·αιςαγαθωτερ·οις
Genαγαθωτερωναγαθωτερ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Sunday, 17-Nov-2019 05:47:36 EST