φοβερος • FOBEROS • phoberos

φοβερός -ά -όν

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocφοβερα[GNT][LXX]φοβερεφοβερ·αφοβερ·ε
Nomφοβερος[LXX]φοβερ·ος
Accφοβεραν[LXX]φοβερον[GNT][LXX]φοβερ·ανφοβερ·ον
Datφοβερᾳφοβερῳ[LXX]φοβερ·ᾳφοβερ·ῳ
Genφοβερας[LXX]φοβερου[LXX]φοβερ·αςφοβερ·ου
PlVocφοβεραιφοβεροιφοβερα[GNT][LXX]φοβερ·αιφοβερ·οιφοβερ·α
Nom
Accφοβερας[LXX]φοβερουςφοβερ·αςφοβερ·ους
Datφοβεραιςφοβεροις[LXX]φοβερ·αιςφοβερ·οις
Genφοβερων[LXX]φοβερ·ων

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 22-Jun-2021 23:34:56 EDT