σοφωτερος • SOFWTEROS • sophōteros

σοφώ·τερος -α -ον (Comp. of σοφός)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocσοφωτερα[LXX]σοφωτερεσοφωτερ·ασοφωτερ·ε
Nomσοφωτερος[LXX]σοφωτερ·ος
Accσοφωτερανσοφωτερον[GNT][LXX]σοφωτερ·ανσοφωτερ·ον
Datσοφωτερᾳσοφωτερῳσοφωτερ·ᾳσοφωτερ·ῳ
Genσοφωτεραςσοφωτερουσοφωτερ·αςσοφωτερ·ου
PlVocσοφωτεραισοφωτεροισοφωτερα[LXX]σοφωτερ·αισοφωτερ·οισοφωτερ·α
Nom
Accσοφωτεραςσοφωτερους[LXX]σοφωτερ·αςσοφωτερ·ους
Datσοφωτεραιςσοφωτεροιςσοφωτερ·αιςσοφωτερ·οις
Genσοφωτερωνσοφωτερ·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 27-Jan-2020 22:14:04 EST