προσηλυτος • PROSHLUTOS • prosēlutos

προσ·ήλυτος, -ου, ὁ

Noun (Mas. 2nd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocπροσηλυτεπροσηλυτ·ε
Nomπροσηλυτος[LXX]προσηλυτ·ος
Accπροσηλυτον[GNT][LXX]προσηλυτ·ον
Datπροσηλυτῳ[LXX]προσηλυτ·ῳ
Genπροσηλυτου[LXX]προσηλυτ·ου
PlVocπροσηλυτοι[GNT][LXX]προσηλυτ·οι
Nom
Accπροσηλυτους[LXX]προσηλυτ·ους
Datπροσηλυτοις[LXX]προσηλυτ·οις
Genπροσηλυτων[GNT][LXX]προσηλυτ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 18:28:16 EST