πιστος • PISTOS • pistos

πιστός -ή -όν

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπιστη[GNT][LXX]πιστε[GNT]πιστ·ηπιστ·ε
Nomπιστος[GNT][LXX]πιστ·ος
Accπιστην[GNT][LXX]πιστον[GNT][LXX]πιστ·ηνπιστ·ον
Datπιστῃπιστῳ[GNT][LXX]πιστ·ῃπιστ·ῳ
Genπιστης[GNT]πιστου[GNT][LXX]πιστ·ηςπιστ·ου
PlVocπισται[LXX]πιστοι[GNT][LXX]πιστα[GNT][LXX]πιστ·αιπιστ·οιπιστ·α
Nom
Accπιστας[GNT][LXX]πιστους[GNT][LXX]πιστ·αςπιστ·ους
Datπισταιςπιστοις[GNT]πιστ·αιςπιστ·οις
Genπιστων[GNT][LXX]πιστ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 22-Apr-2019 04:48:04 EDT