περικαθαρμα • PERIKAQARMA • perikatharma

περι·κάθαρμα[τ], -ατος, τό

Noun (Neu. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Neuter Noun
ContractedUncontracted
SgVocπερικαθαρμα[LXX]περικαθαρμα[τ]
Nom
Acc
Datπερικαθαρματιπερικαθαρματ·ι
Genπερικαθαρματοςπερικαθαρματ·ος
PlVocπερικαθαρματα[GNT]περικαθαρματ·α
Nom
Acc
Datπερικαθαρμασι, περικαθαρμασινπερικαθαρμα[τ]·σι(ν)
Genπερικαθαρματωνπερικαθαρματ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 00:09:11 EST