πανουργοτερος • PANOURGOTEROS • panourgoteros

παν·ουργό·τερος -α -ον [LXX] (Comp. of παν·οῦργος)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocπανουργοτεραπανουργοτερεπανουργοτερ·απανουργοτερ·ε
Nomπανουργοτερος[LXX]πανουργοτερ·ος
Accπανουργοτερανπανουργοτερονπανουργοτερ·ανπανουργοτερ·ον
Datπανουργοτερᾳπανουργοτερῳπανουργοτερ·ᾳπανουργοτερ·ῳ
Genπανουργοτεραςπανουργοτερουπανουργοτερ·αςπανουργοτερ·ου
PlVocπανουργοτεραιπανουργοτεροιπανουργοτεραπανουργοτερ·αιπανουργοτερ·οιπανουργοτερ·α
Nom
Accπανουργοτεραςπανουργοτερουςπανουργοτερ·αςπανουργοτερ·ους
Datπανουργοτεραιςπανουργοτεροιςπανουργοτερ·αιςπανουργοτερ·οις
Genπανουργοτερωνπανουργοτερ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 11-Nov-2019 20:31:58 EST