οικτιρμων • OIKTIRMWN • oiktirmōn

οἰκτίρμων -ον, gen. sg. -ονος

Adjective (3-3-3)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3-3-3 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocοικτιρμον[LXX]οικτιρμον
Nomοικτιρμων[GNT][LXX]οικτιρμον·^
Accοικτιρμονα, οικτιρμωοικτιρμον·α, οικτιρμ(ο)[ν]·α
Datοικτιρμονιοικτιρμον·ι
Genοικτιρμονοςοικτιρμον·ος
PlVocοικτιρμονες[GNT], οικτιρμους[LXX]οικτιρμονα, οικτιρμωοικτιρμον·ες, οικτιρμ(ο)[ν]·εςοικτιρμον·α, οικτιρμ(ο)[ν]·α
Nom
Accοικτιρμονας, οικτιρμους[LXX]οικτιρμον·ας, οικτιρμ(ο)[ν]·ας
Datοικτιρμοσι, οικτιρμοσινοικτιρμο[ν]·σι(ν)
Genοικτιρμονων[LXX]οικτιρμον·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 13-Nov-2019 20:56:23 EST