νεωτερος • NEWTEROS • neōteros

νεώ·τερος -α -ον (Comp. of νέος)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocνεωτερα[LXX]νεωτερενεωτερ·ανεωτερ·ε
Nomνεωτερος[GNT][LXX]νεωτερ·ος
Accνεωτεραν[LXX]νεωτερον[LXX]νεωτερ·αννεωτερ·ον
Datνεωτερᾳ[LXX]νεωτερῳ[LXX]νεωτερ·ᾳνεωτερ·ῳ
Genνεωτερας[GNT][LXX]νεωτερου[LXX]νεωτερ·αςνεωτερ·ου
PlVocνεωτεραινεωτεροι[GNT][LXX]νεωτερα[LXX]νεωτερ·αινεωτερ·οινεωτερ·α
Nom
Accνεωτερας[GNT][LXX]νεωτερους[GNT][LXX]νεωτερ·αςνεωτερ·ους
Datνεωτεραις[LXX]νεωτεροιςνεωτερ·αιςνεωτερ·οις
Genνεωτερων[LXX]νεωτερ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 18-Apr-2019 10:30:48 EDT