μονωτατος • MONWTATOS • monōtatos

μονώ·τατος -η -ον [LXX] (Superl. of μόνος)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμονωτατη[LXX]μονωτατεμονωτατ·ημονωτατ·ε
Nomμονωτατος[LXX]μονωτατ·ος
Accμονωτατηνμονωτατον[LXX]μονωτατ·ηνμονωτατ·ον
Datμονωτατῃμονωτατῳμονωτατ·ῃμονωτατ·ῳ
Genμονωτατηςμονωτατουμονωτατ·ηςμονωτατ·ου
PlVocμονωταταιμονωτατοι[LXX]μονωταταμονωτατ·αιμονωτατ·οιμονωτατ·α
Nom
Accμονωταταςμονωτατουςμονωτατ·αςμονωτατ·ους
Datμονωταταιςμονωτατοιςμονωτατ·αιςμονωτατ·οις
Genμονωτατωνμονωτατ·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 25-Jan-2020 02:28:02 EST