μονογενης • MONOGENHS • monogenēs

μονο·γενής -ές

Adjective (3-3-3)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3-3-3 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocμονογενες[LXX]μονογεν(ε)·ς
Nomμονογενης[GNT][LXX]μονογεν(ε)·^ς
Accμονογενη[GNT][LXX]μονογεν(ε)·α
Datμονογενειμονογεν(ε)·ι
Genμονογενους[GNT]μονογεν(ε)·ος
PlVocμονογενεις[LXX]μονογενη[GNT][LXX]μονογεν(ε)·εςμονογεν(ε)·α
Nom
Accμονογενεις[LXX]μονογεν(ε)·ας
Datμονογενεσι, μονογενεσινμονογεν(ε)·σι(ν)
Genμονογενωνμονογεν(ε)·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 18-Oct-2019 19:59:55 EDT