ματαιοτης • MATAIOTHS • mataiotēs

ματαιότη[τ]ς, -ητος, ἡ

Noun (Fem. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocματαιοτης[LXX]ματαιοτη[τ]·ς
Nom
Accματαιοτητα[LXX]ματαιοτητ·α
Datματαιοτητι[GNT][LXX]ματαιοτητ·ι
Genματαιοτητος[GNT][LXX]ματαιοτητ·ος
PlVocματαιοτητες[LXX]ματαιοτητ·ες
Nom
Accματαιοτητας[LXX]ματαιοτητ·ας
Datματαιοτησι, ματαιοτησινματαιοτη[τ]·σι(ν)
Genματαιοτητων[LXX]ματαιοτητ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 22-Aug-2019 18:18:01 EDT