λαμπροτης • LAMPROTHS • lamprotēs

λαμπρότη[τ]ς, -ητος, ἡ

Noun (Fem. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocλαμπροτης[LXX]λαμπροτη[τ]·ς
Nom
Accλαμπροτητα[GNT][LXX]λαμπροτητ·α
Datλαμπροτητι[LXX]λαμπροτητ·ι
Genλαμπροτητος[LXX]λαμπροτητ·ος
PlVocλαμπροτητεςλαμπροτητ·ες
Nom
Accλαμπροτηταςλαμπροτητ·ας
Datλαμπροτησι, λαμπροτησιν[LXX]λαμπροτη[τ]·σι(ν), λαμπροτη[τ]·σι(ν)
Genλαμπροτητωνλαμπροτητ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 17-Jul-2019 06:30:19 EDT