καλλιστος • KALLISTOS • kallistos

καλλίστος -η -ον [LXX] (Superl. of καλός)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocκαλλιστηκαλλιστεκαλλιστ·ηκαλλιστ·ε
Nomκαλλιστος[LXX]καλλιστ·ος
Accκαλλιστην[LXX]καλλιστον[LXX]καλλιστ·ηνκαλλιστ·ον
Datκαλλιστῃ[LXX]καλλιστῳκαλλιστ·ῃκαλλιστ·ῳ
Genκαλλιστης[LXX]καλλιστουκαλλιστ·ηςκαλλιστ·ου
PlVocκαλλισταικαλλιστοι[LXX]καλλιστα[LXX]καλλιστ·αικαλλιστ·οικαλλιστ·α
Nom
Accκαλλιστας[LXX]καλλιστουςκαλλιστ·αςκαλλιστ·ους
Datκαλλισταιςκαλλιστοις[LXX]καλλιστ·αιςκαλλιστ·οις
Genκαλλιστων[LXX]καλλιστ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Nov-2019 04:47:47 EST