καταλειμμα • KATALEIMMA • kataleimma

κατά·λειμμα[τ], -ατος, τό

Noun (Neu. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Neuter Noun
ContractedUncontracted
SgVocκαταλειμμα[GNT][LXX]καταλειμμα[τ]
Nom
Acc
Datκαταλειμματικαταλειμματ·ι
Genκαταλειμματοςκαταλειμματ·ος
PlVocκαταλειμματα[LXX]καταλειμματ·α
Nom
Acc
Datκαταλειμμασι, καταλειμμασινκαταλειμμα[τ]·σι(ν)
Genκαταλειμματωνκαταλειμματ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 20-Jul-2019 20:25:45 EDT