θυγατηρ • QUGATHR • thugatēr

θυγάτηρ, -τ[ε]ρός, ἡ, voc. sg. θύγατερ and θυγάτηρ

Noun (Fem. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocθυγατερ[GNT][LXX]θυγατερ
Nomθυγατηρ[GNT][LXX]θυγατερ·^
Accθυγατερα[GNT][LXX]θυγατερ·α
Datθυγατρι[GNT][LXX]θυγατ[ε]ρ·ι
Genθυγατρος[GNT][LXX]θυγατ[ε]ρ·ος
PlVocθυγατερες[GNT][LXX]θυγατερ·ες
Nom
Accθυγατερας[GNT][LXX]θυγατερ·ας
Datθυγατρασι, θυγατρασιν[LXX]θυγατ[ε]ρ·σι(ν) > θυγατρασι, θυγατ[ε]ρ·σι(ν) > θυγατρασιν
Genθυγατερων[GNT][LXX]θυγατερ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Feb-2019 04:45:36 EST