ευλογητος • EULOGHTOS • eulogētos

εὐ·λογητός -ή -όν

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocευλογητη[LXX]ευλογητεευλογητ·ηευλογητ·ε
Nomευλογητος[GNT][LXX]ευλογητ·ος
Accευλογητηνευλογητον[LXX]ευλογητ·ηνευλογητ·ον
Datευλογητῃευλογητῳευλογητ·ῃευλογητ·ῳ
Genευλογητηςευλογητου[GNT]ευλογητ·ηςευλογητ·ου
PlVocευλογηται[LXX]ευλογητοι[LXX]ευλογηταευλογητ·αιευλογητ·οιευλογητ·α
Nom
Accευλογηταςευλογητουςευλογητ·αςευλογητ·ους
Datευλογηταιςευλογητοιςευλογητ·αιςευλογητ·οις
Genευλογητωνευλογητ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 22-Apr-2019 18:34:03 EDT