ευθυτης • EUQUTHS • euthutēs

εὐ·θύτη[τ]ς, -ητος, ἡ

Noun (Fem. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocευθυτης[LXX]ευθυτη[τ]·ς
Nom
Accευθυτητα[LXX], ευθυθητα[LXX]ευθυτητ·α, irreg. ευθυθητ·α (for ευθυτητ·α)
Datευθυτητι[LXX]ευθυτητ·ι
Genευθυτητος[GNT][LXX]ευθυτητ·ος
PlVocευθυτητεςευθυτητ·ες
Nom
Accευθυτητας[LXX]ευθυτητ·ας
Datευθυτησι, ευθυτησινευθυτη[τ]·σι(ν)
Genευθυτητωνευθυτητ·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Monday, 10-Aug-2020 18:40:41 EDT