ειδωλολατρια ειδωλολατρεια • EIDWLOLATRIA EIDWLOLATREIA • eidōlolatria eidōlolatreia

εἰδωλο·λατρία v.l. -τρεία, -ας, ἡ

Noun (Fem. 1st Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocειδωλολατρεια[GNT]ειδωλολατρει·α
Nom
Accειδωλολατρειανειδωλολατρει·αν
Datειδωλολατρειᾳειδωλολατρει·ᾳ
Genειδωλολατρειας[GNT]ειδωλολατρει·ας
PlVocειδωλολατρειαιειδωλολατρει·αι
Nom
Accειδωλολατρειας[GNT]ειδωλολατρει·ας
Datειδωλολατρειαις[GNT]ειδωλολατρει·αις
Genειδωλολατρειωνειδωλολατρει·ων
1st Decl. Feminine Noun
ContractedUncontracted
SgVocειδωλολατρια[GNT]ειδωλολατρι·α
Nom
Accειδωλολατριανειδωλολατρι·αν
Datειδωλολατριᾳειδωλολατρι·ᾳ
Genειδωλολατριας[GNT]ειδωλολατρι·ας
PlVocειδωλολατριαιειδωλολατρι·αι
Nom
Accειδωλολατριας[GNT]ειδωλολατρι·ας
Datειδωλολατριαις[GNT]ειδωλολατρι·αις
Genειδωλολατριωνειδωλολατρι·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 05-Dec-2019 11:52:39 EST