δακτυλος • DAKTULOS • daktulos

δάκτυλος, -ου, ὁ

Noun (Mas. 2nd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocδακτυλεδακτυλ·ε
Nomδακτυλος[LXX]δακτυλ·ος
Accδακτυλον[GNT][LXX]δακτυλ·ον
Datδακτυλῳ[GNT][LXX]δακτυλ·ῳ
Genδακτυλου[GNT]δακτυλ·ου
PlVocδακτυλοι[LXX]δακτυλ·οι
Nom
Accδακτυλους[GNT][LXX]δακτυλ·ους
Datδακτυλοις[LXX]δακτυλ·οις
Genδακτυλων[GNT][LXX]δακτυλ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Nov-2019 14:39:45 EST