δικαιωμα • DIKAIWMA • dikaiōma

δικαίωμα[τ], -ατος, τό

Noun (Neu. 3rd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

3rd Decl. Neuter Noun
ContractedUncontracted
SgVocδικαιωμα[GNT][LXX]δικαιωμα[τ]
Nom
Acc
Datδικαιωματιδικαιωματ·ι
Genδικαιωματος[GNT][LXX]δικαιωματ·ος
PlVocδικαιωματα[GNT][LXX]δικαιωματ·α
Nom
Acc
Datδικαιωμασι, δικαιωμασιν[GNT][LXX]δικαιωμα[τ]·σι(ν), δικαιωμα[τ]·σι(ν)
Genδικαιωματων[LXX]δικαιωματ·ων

Copyright 2007-2019 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 25-Apr-2019 13:54:16 EDT