δακτυλιος • DAKTULIOS • daktulios

δακτύλιος, -ου, ὁ

Noun (Mas. 2nd Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2nd Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocδακτυλιεδακτυλι·ε
Nomδακτυλιος[LXX]δακτυλι·ος
Accδακτυλιον[GNT][LXX]δακτυλι·ον
Datδακτυλιῳ[LXX]δακτυλι·ῳ
Genδακτυλιου[LXX]δακτυλι·ου
PlVocδακτυλιοι[LXX]δακτυλι·οι
Nom
Accδακτυλιους[LXX]δακτυλι·ους
Datδακτυλιοις[LXX]δακτυλι·οις
Genδακτυλιων[LXX]δακτυλι·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Sunday, 19-Jan-2020 00:21:33 EST