γυμνοτερος • GUMNOTEROS • gumnoteros

γυμνό·τερος -α -ον [LXX] (Comp. of γυμνός)

Adjective (2-1-2)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

2-1-2 Adjective
ContractedUncontracted
FemMasNeuFemMasNeu
SgVocγυμνοτεραγυμνοτερεγυμνοτερ·αγυμνοτερ·ε
Nomγυμνοτερος[LXX]γυμνοτερ·ος
Accγυμνοτερανγυμνοτερονγυμνοτερ·ανγυμνοτερ·ον
Datγυμνοτερᾳγυμνοτερῳγυμνοτερ·ᾳγυμνοτερ·ῳ
Genγυμνοτεραςγυμνοτερουγυμνοτερ·αςγυμνοτερ·ου
PlVocγυμνοτεραιγυμνοτεροιγυμνοτεραγυμνοτερ·αιγυμνοτερ·οιγυμνοτερ·α
Nom
Accγυμνοτεραςγυμνοτερουςγυμνοτερ·αςγυμνοτερ·ους
Datγυμνοτεραιςγυμνοτεροιςγυμνοτερ·αιςγυμνοτερ·οις
Genγυμνοτερωνγυμνοτερ·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 15-Aug-2020 00:33:09 EDT