βαπτιστης • BAPTISTHS • baptistēs

βαπτιστής, -οῦ, ὁ

Noun (Mas. 1st Decl.)

Not all forms below are necessarily attested. Highlighted words may or may not be a match to the GNT or LXX, if another word also inflects the same way.

1st Decl. Masculine Noun
ContractedUncontracted
SgVocβαπτισταβαπτιστ·α
Nomβαπτιστης[GNT]βαπτιστ·ης
Accβαπτιστην[GNT]βαπτιστ·ην
Datβαπτιστῃβαπτιστ·ῃ
Genβαπτιστου[GNT]βαπτιστ·ου
PlVocβαπτισταιβαπτιστ·αι
Nom
Accβαπτισταςβαπτιστ·ας
Datβαπτισταιςβαπτιστ·αις
Genβαπτιστωνβαπτιστ·ων

Copyright 2007-2020 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 29-Jan-2020 10:07:44 EST