Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Σ ς

σω-

σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
σωα- σωβ- σωγ- σωδ- σωε- σωζ- σωη- σωθ- σωι- σωκ- σωλ- σωμ- σων- σωξ- σωο- σωπ- σωρ- σως- σωτ- σωυ- σωφ- σωχ- σωψ- σωω-

Annotated entries are asterisked.

σῴζω to deliver/save (v.)
σῶμα, -ατος, τό body (n.)
σωματικός -ή -όν corporeal (adj.)
σωματικῶς corporeally (adv.)
σωματοφύλαξ, -ακος, ὁ [LXX] body guard (n.)
Σώπατρος, -ου, ὁ Sopater (n.)
σωρεύω to heap (v.)
Σωρηχ [LXX] Sorek (Heb./Aram.)
σωρηχ [LXX] choicest vine (Heb./Aram.)
σωρηχ[1] [LXX] choicest vine (Heb./Aram.)
Σωρηχ[2] [LXX] Sorek (Heb./Aram.)
Σωσθένης, -ους, ὁ Sosthenes (n.) [Person]
Σωσίπατρος, -ου, ὁ Sosipater (n.)
σωτήρ, -ῆρος, ὁ Savior (n.)
σωτηρία, -ας, ἡ salvation/deliverance (n.)
σωτήριος -ον saving (adj.)
σωφρονέω to be-sensible (v.)
σωφρονίζω to sensitize (v.)
σωφρονισμός, -οῦ, ὁ bringing/making come to their senses (n.)
σωφρόνως sensibly (adv.)
σωφροσύνη, -ης, ἡ good sense (n.)
σώφρων -ον sensible (adj.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 10:30:58 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %