Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Σ ς

συ-

σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
συα- συβ- συγ- συδ- συε- συζ- συη- συθ- συι- συκ- συλ- συμ- συν- συξ- συο- συπ- συρ- συς- συτ- συυ- συφ- συχ- συψ- συω-

Annotated entries are asterisked.

σύ, σοῦ (σου), σοί (σοι), σέ (σε), pl. ὑμεῖς, ὑμῶν, ὑμῖν, ὑμᾶς you (pron.) [Pronoun]
συγγένεια, -ας, ἡ relative (n.)
* συγγενής -ές relative (adj.)
συγγενίς, -ίδος, ἡ cousin (n.)
συγγίνομαι [LXX] to to be with any one hold converse or communication with associate or keep (v.)
συγγνώμη, -ης, ἡ permission (n.)
συγκάθημαι to sit together (v.)
συγκαθίζω to sit down together (v.)
συγκαθυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
συγκακοπαθέω to suffer hardship together with (v.)
συγκακουχέομαι to maltreat together with (v.)
συγκαλέω to call together (v.)
συγκαλύπτω to disguise/ conceal (v.)
συγκάμπτω to bend (v.)
συγκαταβαίνω to go down with (v.)
συγκατάθεσις, -εως, ἡ union (n.)
συγκατατίθημι to partake with (v.)
συγκαταψηφίζομαι to numbered with (v.)
συγκεράννυμι to mix together (v.)
συγκινέω to stir up (v.)
συγκλάω [LXX] to break off (v.)
συγκλείω to shut/coop up (v.)
συγκληρονόμος -ον co-heir (adj.)
συγκοινωνέω to share together (v.)
συγκοινωνός, -οῦ, ὁ co-sharer (n.)
συγκομίζω to collect (v.)
συγκρίνω to compare (v.)
συγκρύπτω [LXX] to to cover up or completely (v.)
συγκύπτω to bend forward (v.)
συγκυρία, -ας, ἡ chance (n.)
συγχαίρω to rejoice with (v.)
συγχέω/-χύν(ν)ω to confuse/confound (v.)
συγχράομαι to utilize (v.)
συγχύννω (s. -χέω) to confuse/confound (v.)
συγχύνω (s. -χέω) to confuse/confound (v.)
σύγχυσις, -εως, ἡ confusion (n.)
συζάω to live together (v.)
συζεύγνυμι to join together (v.)
συζητέω to reasoned together (v.)
συζήτησις, -εως, ἡ debate (n.)
συζητητής, -οῦ, ὁ debater (n.)
* σύζυγος, -ου, ὁ companion (n.)
συζωοποιέω v.l. -ζῳο- to bring to life with (v.)
* συκάμινος, -ου, ἡ mulberry (sycamine) tree (n.)
συκῆ, -ῆς, ἡ fig tree (n.)
συκομορέα v.l. -μωραία, -ας, ἡ sycamore fig tree (n.)
συκομωραία, -ας, ἡ (s. -μορέα) sycamore fig tree (n.)
σῦκον, -ου, τό fig (n.)
συκοφαντέω to defraud/extort (v.)
συκοφάντης, -ου, ὁ [LXX] abuser of power (n.)
συκοφαντία, -ας, ἡ [LXX] abuse of power (n.)
* συλαγωγέω (σύλη, not συν-) to take captive (v.)
συλάω to loot (v.)
συλλαλέω to converse (v.)
* συλλαμβάνω to seizing (v.)
συλλέγω to gather (v.)
συλλογίζομαι to conclude (v.)
συλλυπέω to share in grief (v.)
συμβαίνω to happen (v.)
συμβάλλω to concur together (v.)
συμβασιλεύω to co-rule (v.)
συμβιβάζω to piece together (v.)
συμβουλεύω to council (v.)
συμβούλιον, -ου, τό council (n.)
σύμβουλος, -ου, ὁ counselor (n.)
Συμεών, ὁ Symeon/Simeon (n.) [Person]
συμμαθητής, -οῦ, ὁ co-disciple (n.)
συμμαρτυρέω to testify with (v.)
συμμερίζω to division-of-shares (v.)
συμμέτοχος -ον co-partaker (adj.)
συμμιμητής, -οῦ, ὁ co-imitator (n.)
συμμορφίζω to cause to be similar in form (v.)
σύμμορφος -ον similar in form (adj.)
συμμορφόω to take on same form (v.)
συμπαθέστερος -α -ον [LXX] more sympathetic (adj.)
συμπαθέω to sympathize (v.)
συμπαθής -ές sympathetic (adj.)
συμπαραγίνομαι to stand with/by (v.)
συμπαρακαλέω to mutually encourage (v.)
συμπαραλαμβάνω to take along/ get involved with (v.)
συμπαραμένω to stay with to help (v.)
συμπάρειμι[1] fr. εἰμί[1] to stand by (v.)
συμπαρίστημι [LXX] to stand beside (v.)
συμπάσχω to suffer likewise (v.)
συμπατέω [LXX] to to tread together trample under foot (v.)
συμπέμπω to send together with (v.)
συμπεραίνω [LXX] to to accomplish jointly (v.)
συμπεριλαμβάνω to gather together (v.)
συμπίνω to drink with (v.)
συμπίπτω to collapse (v.)
συμπληρόω to to fill up (v.)
συμπνίγω to smother (v.)
συμπολίτης, -ου, ὁ fellow-citizen (n.)
συμπορεύομαι to come together (v.)
συμπόσιον, -ου, τό feast (n.)
συμπρεσβύτερος, -ου, ὁ co-elder (n.)
συμφέρω to be advantageous (v.)
σύμφημι to concede (v.)
σύμφορος -ον expedient (adj.)
συμφυλέτης, -ου, ὁ co-tribesman (n.)
σύμφυτος -ον planted together (adj.)
συμφύω to grow together (v.)
συμφωνέω to agree (v.)
συμφώνησις, -εως, ἡ agreement (n.)
συμφωνία, -ας, ἡ music (n.)
σύμφωνος -ον harmonious (adj.)
συμψηφίζω to add (v.)
σύμψυχος -ον united in soul (adj.)
σύν together with/including (+dat) (prep.)
συνάγω to gather/assemble (v.)
συναγωγή, -ῆς, ἡ gathering (n.)
συναγωνίζομαι to struggle together (v.)
συναθλέω to struggle alongside (v.)
συναθροίζω to gather together (v.)
συναινέω [LXX] to to join in praising; to consent (v.)
συναίρω to to raise up (v.)
συναιχμάλωτος, -ου, ὁ co-prisoner (n.)
συνακολουθέω to follow with (v.)
συναλίζω to ??? (v.)
συναλλάσσω to accomodate (v.)
συναναβαίνω to came up with (v.)
συνανάκειμαι to sit-together (v.)
συναναμείγνυμι (s. -μίγνυμι) to mix/associate (v.)
συναναμίγνυμι/-μείγνυμι to mix/associate (v.)
συναναπαύομαι to rest together (v.)
συναντάω to meet (v.)
συνάντησις, -εως, ἡ meeting (n.)
συναντιλαμβάνομαι to assist (v.)
συναπάγω to to lead-away-together (v.)
συναποθνῄσκω to die together (v.)
συναποκρύπτω [LXX] to join in concealing conceal together (v.)
συναπόλλυμι to annihilate with (v.)
συναποστέλλω to to despatch together with (v.)
συναρμολογέω to fit together (v.)
συναρπάζω to seize/carry away (v.)
συναυξάνω to grow together (v.)
σύνδεσμον, -ου, τό (s. -μος) bond (n.)
σύνδεσμος, -ου, ὁ and -μον, -ου, τό bond (n.)
συνδέω to bound with (v.)
συνδοξάζω to glorify together (v.)
σύνδουλος, -ου, ὁ co-slave (n.)
συνδρομή, -ῆς, ἡ running together (n.)
συνεγείρω to rise together (v.)
συνέδριον, -ου, τό sanhedrin (n.)
συνείδησις, -εως, ἡ conscience (n.)
συνεῖδον (s. συνοράω) to comprehend (v.)
συνείδω (s. συνοράω and σύνοιδα) to comprehend (v.)
σύνειμι[1] fr. εἰμί[1] to be together with (v.)
σύνειμι[2] fr. εἶμι[2] to be together (v.)
συνεισέρχομαι to enter (v.)
συνέκδημος, -ου, ὁ travel companion (n.)
συνεκλεκτός -ή -όν together,chosen (adj.)
συνεκτρίβω [LXX] to destroy utterly together (v.)
συνελαύνω to force (v.)
συνεπιμαρτυρέω to testify together (v.)
συνεπιτίθημι to attack together (v.)
συνέπομαι to ??? (v.)
συνεργέω to assist (v.)
συνεργός -όν coworker (adj.)
συνέρχομαι to come together (v.)
συνεσθίω to eat together (v.)
* σύνεσις, -εως, ἡ insight/discernment (n.)
συνετίζω [LXX] to bring-to-awareness (v.)
συνετός -ή -όν insightful/discerning (adj.)
συνετώτερος -α -ον [LXX] more insightful/discerning (adj.)
συνευδοκέω to concur with (v.)
συνευωχέομαι to feast together (v.)
συνεφίστημι to to set on the watch together make attentive (v.)
συνέχω to constrain (v.)
συνήδομαι to rejoice with/sympathize (v.)
συνήθεια, -ας, ἡ compatibility (n.)
συνηλικιώτης, -ου, ὁ contemporary (n.)
συνθάπτω to buried together (v.)
συνθλάω to crush (v.)
συνθλίβω to press upon (v.)
συνθρύπτω to ??? (v.)
συνίημι to understand (v.)
συνιστάνω/-ιστάω (by-form of συνίστημι) to commend (v.)
συνίστημι to stand with (v.)
συνίστωρ -ορ [LXX] privy (adj.)
συννοέω [LXX] to to meditate or reflect upon a thing (v.)
συνοδεύω to travel together (v.)
συνοδία, -ας, ἡ caravan (n.)
σύνοιδα to can testify (v.)
συνοικέω to live with (v.)
συνοικίζω [LXX] to to make to live with (v.)
συνοικοδομέω to build together (v.)
συνομιλέω to converse (v.)
συνομορέω to ??? (v.)
συνοράω a.k.a. συνεῖδον to comprehend (v.)
συνοχή, -ῆς, ἡ suppression (n.)
συντάσσω to arrange (v.)
συντέλεια, -ας, ἡ completion, end (n.)
συντελέω to finish/complete (v.)
συντέμνω to circumscribe (v.)
συντηρέω to save from destruction (v.)
συντίθημι to agree (v.)
συντόμως briefly (adv.)
συντρέχω to run with (v.)
συντρίβω to crush/shatter (v.)
σύντριμμα, -ατος, τό wound (n.)
σύντροφος -ον companion (adj.)
συντυγχάνω to meet (v.)
Συντύχη, -ης, ἡ Syntyche (n.)
συνυποκρίνομαι to be-hypocritical-with (v.)
συνυπουργέω to cooperate-with (v.)
συνυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
συνωδίνω to travail together (v.)
συνωμοσία, -ας, ἡ conspiracy (n.)
Συράκουσαι, -ῶν, αἱ Syracuse (n.)
Συραφοινίκισσα, -ης, ἡ (s. Συρο-) Syrophoenician woman (n.)
Συρία, -ας, ἡ Syria (n.) [Place]
σύριγξ, -γγος, ἡ [LXX] pipe (n.)
συρίζω [LXX] to hiss (v.)
Σύρος, -ου, ὁ Syrian (n.)
Συροφοινίκισσα v.l. Συρα-, -ης, ἡ Syrophoenician woman (n.)
Συροφοίνιξ, -ικος, ὁ [EXTRA] Syrophoenician man (n.)
Σύρτις, -εως, ἡ Syrtis (n.)
σύρω to drag (v.)
συσπαράσσω to convulse (v.)
συσπάω [LXX] to contract (v.)
συσσείω [LXX] to ??? (v.)
σύσσημον, -ου, τό signal (n.)
συσσύρω [LXX] to ??? (v.)
σύσσωμος -ον belonging to the same body (adj.)
συστασιαστής, -οῦ, ὁ co-insurrectionist (n.)
σύστασις, -εως, ἡ [LXX] bring/stand,together (n.)
συστατικός -ή -όν of or for putting together, component (adj.)
συσταυρόω to impale together (v.)
συστέλλω to retract (v.)
συστενάζω to groan together (v.)
συστοιχέω to correspond to (v.)
συστρατιώτης, -ου, ὁ co-soldier (n.)
συστρέφω to gathered together (v.)
συστροφή, -ῆς, ἡ collection (n.)
συσχηματίζω to conform (v.)
Συχάρ, ἡ Sychar (n.)
Συχέμ, ὁ and Shechem (n.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 19-Aug-2022 12:24:44 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %