Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Σ ς

σε-

σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
σεα- σεβ- σεγ- σεδ- σεε- σεζ- σεη- σεθ- σει- σεκ- σελ- σεμ- σεν- σεξ- σεο- σεπ- σερ- σες- σετ- σευ- σεφ- σεχ- σεψ- σεω-

Annotated entries are asterisked.

σεαυτοῦ/σαυτοῦ -ῆς -οῦ yourself (pron.) [Pronoun]
σεβάζομαι to worship (v.)
σέβασμα, -ατος, τό devotional object (n.)
σεβαστός -ή -όν August (adj.)
σέβω to revere (v.)
σειρά, -ᾶς, ἡ cord (n.)
σεισμός, -οῦ, ὁ earthquake (n.)
σείω to shake (v.)
Σεκοῦνδος, -ου, ὁ Secundus (n.)
Σελεύκεια, -ας, ἡ Seleucia (n.)
σελήνη, -ης, ἡ moon (n.)
σεληνιάζομαι to be epileptic (moonstruck) (v.)
Σεμεΐ, ὁ (s. -μεΐν) Semein (n.)
Σεμεΐν v.l. -μεΐ, ὁ Semein (n.)
σεμίδαλις, -εως, ἡ best quality flour (n.)
σεμνός -ή -όν respectable (adj.)
σεμνότατος -η -ον [LXX] most respectful (adj.)
σεμνότης, -ητος, ἡ respectfulness (n.)
σεν [LXX] sin/shin (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σέργιος, -ου, ὁ Sergius (n.)
Σερούχ, ὁ Serug (n.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 09-Dec-2022 18:54:07 EST

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %