Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Σ ς

σα-

σα- σβ- σγ- σδ- σε- σζ- ση- σθ- σι- σκ- σλ- σμ- σν- σξ- σο- σπ- σρ- σς- στ- συ- σφ- σχ- σψ- σω-
σαα- σαβ- σαγ- σαδ- σαε- σαζ- σαη- σαθ- σαι- σακ- σαλ- σαμ- σαν- σαξ- σαο- σαπ- σαρ- σας- σατ- σαυ- σαφ- σαχ- σαψ- σαω-

Annotated entries are asterisked.

σαβαχθάνι you have forsaken me (Heb./Aram.) [Hebrew-Aramaic]
* Σαβαώθ Sabaoth (Heb./Aram.) [Hebrew-Aramaic]
σαββατισμός, -οῦ, ὁ sabbath observance (n.)
σάββατον, -ου, τό sabbath (n.)
σαγήνη, -ης, ἡ dragnet (n.)
Σαδδουκαῖος, -ου, ὁ Sadducee (n.)
σαδη [LXX] sadhe (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σαδώκ, ὁ Zadok (n.) [Person]
σαίνω to flatter (v.)
σάκκος, -ου, ὁ sackcloth (n.)
Σαλά, ὁ Shelah (n.)
Σαλαθιήλ, ὁ Shealtiel/Salathiel (n.) [Person]
Σαλαμίς, -ῖνος, ἡ Salamis (n.)
Σαλείμ, ὁ Salim (n.)
σαλεύω to shake (v.)
Σαλήμ, ὁ Salem (n.)
Σαλμαα, ὁ [LXX] Salmaa (n.)
Σαλμάν, ὁ (s. Σαλμών) Salmon (n.) [Person]
Σαλμανα, ὁ [LXX] Salmana/Zalmunna (n.)
Σαλμών/Σαλμάν, ὁ Salmon (n.) [Person]
Σαλμώνη, -ης, ἡ Salmone (n.) [Person]
σάλος, -ου, ὁ surge (n.)
σάλπιγξ, -ιγγός, ἡ trumpet (n.)
σαλπίζω to blow (v.)
σαλπιστής, -οῦ, ὁ trumpeter (n.)
Σαλωμ, ὁ [LXX] Salom/Shallum (n.)
Σαλώμη, -ης, ἡ Salome (n.)
Σαλωμιθ[1], ἡ [LXX] Salomith/Shelomith (n.)
Σαλωμιθ[2], ὁ [LXX] Salomith/Shelomith (n.)
Σαλωμωθ, ὁ [LXX] Salomoth/Shelomoth (n.)
* Σαλωμών[1], ὁ (s. Σολομών[1]) Solomon (n.)
* Σαλωμῶν[2] (s. Σολομών[1]) Solomon (n.)
Σαμάρεια, -ας, ἡ Samaria (n.) [Place]
Σαμαρείτης, -ου, ὁ (s. -ρίτης) Samaritan (n.)
* Σαμαρεῖτις, -ιδος, ἡ (s. -ρῖτις) Samaritan (n.)
Σαμαρίτης v.l. -ρείτης, -ου, ὁ Samaritan (n.)
* Σαμαρῖτις v.l. -ρεῖτις, -ιδος, ἡ Samaritan (n.)
Σαμοθρᾴκη, -ης, ἡ Samothrace (n.)
Σάμος, -ου, ἡ Samos (n.)
Σαμουήλ, ὁ Samuel (n.)
σαμχ [LXX] samekh (Heb.) [Hebrew-Aramaic]
Σαμψών, ὁ Samson (n.) [Person]
* σανδάλιον, -ου, τό sandal (n.)
σανίς, -ίδος, ἡ board/plank (n.)
Σαούλ, ὁ Saul (n.)
σαπρός -ά -όν bad, rotten, putrid (adj.)
Σάπφειρα, -ης, ἡ (s. -φιρα) Sapphira (n.) [Person]
σάπφειρος, -ου, ἡ (s. -φιρος) sapphire (n.)
Σάπφιρα v.l. -φειρα, -ης, ἡ Sapphira (n.) [Person]
σάπφιρος v.l. sapphire (n.)
σαργάνη, -ης, ἡ basket (n.)
Σάρδεις, -εων, αἱ Sardis (n.)
σάρδιον, -ου, τό sardonyx (n.)
σαρδόνυξ, -υκος, ὁ sardonyx (n.)
Σάρεπτα, -ων, τά Zarephath (n.) [Place]
σαρκικός -ή -όν carnal (adj.)
σάρκινος -η -ον carnal (adj.)
σάρξ, -αρκός, ἡ flesh (n.)
σαρόω to sweep (v.)
Σάρρα, -ας, ἡ Sarah (n.) [Person]
Σαρ(ρ)ων v.l. Ἀσσάρων, -ῶνος, ὁ Sharon [Place]
* Σατάν, ὁ (s. σατανᾶς) adversary, opponent (n.) [Person]
* σατανᾶς, -ᾶ, ὁ vv.ll. Σατανᾶς, -ᾶ, ὁ and Σατάν, ὁ indecl. adversary, opponent (n.) [Person]
σάτον, -ου, τό seah (n.)
Σαῦλος, -ου, ὁ Saul (n.) [Person]
σαυτοῦ (s. σεαυτοῦ) -ῆς -οῦ yourself (pron.) [Pronoun]

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 10:22:20 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %