Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πτ-

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
πτα- πτβ- πτγ- πτδ- πτε- πτζ- πτη- πτθ- πτι- πτκ- πτλ- πτμ- πτν- πτξ- πτο- πτπ- πτρ- πτς- πττ- πτυ- πτφ- πτχ- πτψ- πτω-

Annotated entries are asterisked.

πταίω to stumble (v.)
πτέρνα, -ης, ἡ heel (n.)
πτερνίζω [LXX] to rob/supplant/grab (v.)
πτερύγιον, -ου, τό tip (n.)
πτέρυξ, -υγος, ἡ wing (n.)
πτηνός (-ή) -όν eagle (adj.)
πτήσσω [LXX] to cower (v.)
πτοέω to terrify (v.)
πτόησις, -εως, ἡ intimidation (n.)
Πτολεμαΐς, -ΐδος, ἡ Ptolemais (n.)
πτύον, -ου, τό winnowing shovel or fan (n.)
πτύρω to be scared (v.)
πτύσμα, -ατος, τό spit (n.)
πτύσσω to fold-up (v.)
πτύω to spit (v.)
πτῶμα, -ατος, τό corpse/fall (n.)
πτῶσις, -εως, ἡ fall (n.)
πτωχεία, -ας, ἡ poverty (n.)
πτωχεύω to be poor (v.)
πτωχός -ή -όν beggarly-poor (adj.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 08:56:24 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %