Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πρ-

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
πρα- πρβ- πργ- πρδ- πρε- πρζ- πρη- πρθ- πρι- πρκ- πρλ- πρμ- πρν- πρξ- προ- πρπ- πρρ- πρς- πρτ- πρυ- πρφ- πρχ- πρψ- πρω-

Annotated entries are asterisked.

πρᾶγμα, -ατος, τό matter (n.)
πραγματεία, -ας, ἡ practical matter (n.)
πραγματεύομαι to do business (v.)
πραιτώριον, -ου, τό praetorium (n.)
πράκτωρ, -ορος, ὁ punisher (n.)
πρᾶξις, -εως, ἡ doing (n.)
* πρᾶος v.l. πρᾷος -ον (s. πραΰς) meek/tame (adj.)
πραότης v.l. πρᾳότης, -ητος, ἡ (s. πραΰτης) gentleness (n.)
πρασιά, -ᾶς, ἡ group by group (n.)
πράσσω/πράττω to do (v.)
πράττω (s. πράσσω) to do (v.)
πραϋπαθία, -ας, ἡ gentleness (n.)
* πραΰς v.l. πρᾳΰς πραεῖα πραΰ, gen. sg. πραέος and πραέως, and πρᾶος v.l. πρᾷος -ον meek/tame (adj.)
πραΰτης v.l. πρᾳΰτης and πραότης v.l. πρᾳότης, -ητος, ἡ gentleness (n.)
πρέπω to befit (v.)
πρεσβεία, -ας, ἡ seniority/delegation (n.)
πρεσβεύω to to be an elder (v.)
πρεσβυτέριον, -ου, τό elders (n.)
πρεσβύτερος -α -ον elder (adj.)
πρεσβύτης, -ου, ὁ old/aged man (n.)
πρεσβῦτις, -ιδος, ἡ old/aged woman (n.)
πρήθω [LXX] to swell (v.)
πρηνής -ές prostrate? (adj.)
πρίζω to saw (v.)
πρίν before (adv.)
Πρίσκα, -ης, ἡ Prisca (n.) [Person]
Πρίσκιλλα, -ης, ἡ Priscilla (n.) [Person]
πρό before (+gen) (prep.)
προάγω to precede (v.)
προαιρέω to purpose (v.)
προαιτιάομαι to charge previously (v.)
προακούω to hear already (v.)
προαμαρτάνω to sin beforehand (v.)
προαύλιον, -ου, τό forecourt (n.)
προβαίνω to Advance (v.)
προβάλλω to put forth (v.)
προβατικός -ή -όν of sheep (adj.)
πρόβατον, -ου, τό sheep (n.)
προβιβάζω to indoctrinate (v.)
προβλέπω to foresee (v.)
προγίνομαι to happen earlier (v.)
προγινώσκω to know beforehand (v.)
πρόγνωσις, -εως, ἡ foreknowledge (n.)
πρόγονος -ον fore-born (adj.)
προγράφω to write-before (v.)
πρόδηλος -ον open beforehand (adj.)
προδίδωμι to give beforehand pay in advance (v.)
προδότης, -ου, ὁ traitor/betrayer/deserter (n.)
πρόδρομος -ον running ahead (adj.)
* προείδω (s. προοράω) to foresee (v.)
προελπίζω to hope before (v.)
προενάρχομαι to begin-before (v.)
προεπαγγέλλω to fore-promise (v.)
προέρχομαι to come-forth/advance (v.)
προετοιμάζω to made-ready-in-advance (v.)
προευαγγελίζομαι to declare beforehand (v.)
προέχω to hold before/surpass (v.)
προηγέομαι to prefer (v.)
προθερίζω [LXX] to reap first (v.)
πρόθεσις, -εως, ἡ pre-arrangement (n.)
προθεσμία, -ας, ἡ preappointed (n.)
προθυμία, -ας, ἡ eagerness/propensity (n.)
πρόθυμος -ον dispositioned/predisposed (adj.)
προθυμότερος -α -ον [LXX] more eager (adj.)
προθύμως with propensity (adv.)
πρόϊμος v.l. πρώϊ- -ον early (adj.)
προΐστημι to preside/govern (v.)
προκαθίζω [LXX] to sit in public sit in state; set as guards (v.)
προκαλέω to challenge (v.)
προκαταγγέλλω to declare beforehand (v.)
προκαταρτίζω to prearrange (v.)
προκατασκευάζω [LXX] to prepare beforehand (v.)
πρόκειμαι to set-forth (v.)
προκηρύσσω to proclaim beforehand (v.)
προκοπή, -ῆς, ἡ progress (n.)
προκόπτω to advance (v.)
πρόκριμα, -ατος, τό prejudgement (n.)
προκυρόω to ratify beforehand (v.)
προλαμβάνω to take beforehand (v.)
προλέγω to proclaim (v.)
προμαρτύρομαι to testify beforehand (v.)
προμελετάω to prepare (v.)
προμεριμνάω to worry beforehand (v.)
προνοέω to provide (v.)
πρόνοια, -ας, ἡ provision (n.)
πρόοιδα to know beforehand (v.)
* προοράω to foresee (v.)
προορίζω to foreordain (v.)
προπάσχω to suffer previously (v.)
προπάτωρ, -ορος, ὁ forefather (n.)
προπέμπω to send (v.)
προπετής -ές falling forward (adj.)
προπίπτω [LXX] to throw oneself forward (v.)
προπορεύομαι to go before (v.)
πρός toward (+acc,+gen,+dat) (prep.)
προσάββατον, -ου, τό day before the Sabbath (n.)
προσαγορεύω to designate (v.)
προσάγω to bring (v.)
προσαγωγή, -ῆς, ἡ access (n.)
προσαιτέω to beg (v.)
προσαίτης, -ου, ὁ beggar (n.)
προσαναβαίνω to to go up (v.)
προσαναλίσκω to spend (v.)
προσαναπληρόω to replenish (v.)
προσανατίθημι to place on (v.)
προσαπειλέω to threaten further (v.)
προσαπόλλυμι [LXX] to destroy besides; lose besides (v.)
προσβαίνω [LXX] to to step upon (v.)
προσγίνομαι [LXX] to to come or go to to attach oneself to another (v.)
προσδαπανάω to spend in addition (v.)
προσδέομαι to to need (v.)
προσδέχομαι to expect (v.)
προσδέω [LXX] to bind on or to; c. acc. only attach (v.)
προσδίδωμι [LXX] to give to (v.)
προσδοκάω to expect (v.)
προσδοκία, -ας, ἡ expectation (n.)
προσεάω to allow (v.)
προσεγγίζω to come near (v.)
προσεδρεύω to wait upon (v.)
προσεργάζομαι to produce (v.)
προσέρχομαι to approach (v.)
προσευχή, -ῆς, ἡ prayer (n.)
προσεύχομαι to pray (v.)
προσέχω to pay/take-heed (v.)
προσηλόω to nail (v.)
προσήλυτος, -ου, ὁ proselyte (n.)
προσκαθίστημι [LXX] to to appoint besides Plut. (v.)
πρόσκαιρος -ον transitory (adj.)
* προσκαλέω to summon (v.)
* προσκαρτερέω to persist (v.)
προσκαρτέρησις, -εως, ἡ perseverance (n.)
προσκεφάλαιον, -ου, τό pillow (n.)
προσκληρόω to join (v.)
πρόσκλησις, -εως, ἡ summons (n.)
προσκλίνω to join with (v.)
πρόσκλισις, -εως, ἡ partiality (n.)
προσκολλάω to glue to (v.)
πρόσκομμα, -ατος, τό stumbling-block (n.)
προσκοπή, -ῆς, ἡ offense (n.)
προσκόπτω to stumble (v.)
προσκυλίω to roll up (v.)
προσκυνέω to prostrate (v.)
προσκυνητής, -οῦ, ὁ worshiper (n.)
προσλαλέω to address (v.)
προσλαμβάνω to grasp/take-toward (v.)
πρόσλη(μ)ψις, -εως, ἡ acceptance
προσμένω to continue in (v.)
προσνοέω [LXX] to pay attention/observe (v.)
προσορμίζω to anchor at (v.)
προσοφείλω to owe besides still owe (v.)
προσοχθίζω to be vexed (v.)
προσπαρακαλέω [LXX] to call in besides invite (v.)
προσπάσσω [LXX] to ??? (v.)
πρόσπεινος -ον hungry (adj.)
προσπήγνυμι to affix (v.)
προσπίπτω to prostrate/fall before (v.)
προσποιέω to pretend (v.)
προσπορεύομαι to approach (v.)
προσρήγνυμι (s. -ρρήσσω) to burst upon (v.)
προσρήσσω (s. -ρρήσσω) to burst upon (v.)
προσρρήσσω/-ρήσσω a.k.a. προσρήγνυμι to burst upon (v.)
προστάσσω/-τάττω to give a directive (v.)
προστάτης, -ου, ὁ [LXX] guardian (n.)
προστάτις, -ιδος, ἡ patroness (n.)
προστάττω (s. -τάσσω) to give a directive (v.)
προστίθημι to add (v.)
προστρέχω to run toward (v.)
προσυπομιμνῄσκω [LXX] to remember; mention (v.)
προσφάγιον, -ου, τό fish (n.)
προσφαίνω [LXX] to to appear besides (v.)
πρόσφατος -ον recent (adj.)
προσφάτως recently (adv.)
προσφέρω to present/offer (v.)
προσφιλής -ές lovely (adj.)
προσφορά, -ᾶς, ἡ offering (n.)
προσφωνέω to address (v.)
προσχέω [LXX] to pour-toward (v.)
πρόσχυσις, -εως, ἡ poured-toward (n.)
προσψαύω to touch (v.)
προσωπολη(μ)πτέω to be partial (v.)
προσωπολή(μ)πτης, -ου, ὁ one who shows partiality
προσωπολη(μ)ψία, -ας, ἡ partiality
πρόσωπον, -ου, τό face (n.)
προτείνω to stretch out (v.)
πρότερος -α -ον earlier (adj.)
προτίθημι to put forward (v.)
προτρέπω to encourage (v.)
προτρέχω to outrun (v.)
προϋπάρχω to go about before all this (v.)
προφαίνω [LXX] to manifest (v.)
πρόφασις, -εως, ἡ outward showing (n.)
προφέρω to bring forward (v.)
προφητεία, -ας, ἡ prophesy (n.)
προφητεύω to prophesy (v.)
προφήτης, -ου, ὁ prophet (n.)
προφητικός -ή -όν prophetic (adj.)
προφῆτις, -ιδος, ἡ prophetess (n.)
προφθάνω to anticipate (v.)
προφύλαξ, -ακος, ὁ [LXX] forward guard (n.)
προχαλάω [LXX] to ??? (v.)
προχειρίζω to choose (v.)
προχειροτονέω to appoint beforehand (v.)
Πρόχορος, -ου, ὁ Prochorus (n.)
πρύμνα, -ης, ἡ stern (n.)
πρωΐ early/in the morning (adv.)
πρωΐα, -ας, ἡ morning (n.)
πρώϊμος -ον (s. πρόϊ-) early (adj.)
πρωϊνός -ή -όν early (adj.)
πρῷρα, -ης, ἡ prow (n.)
πρωτεύω to be first (v.)
πρωτοκαθεδρία, -ας, ἡ first-seat (n.)
πρωτοκλισία, -ας, ἡ first-seat (n.)
πρώτον foremost (adv.)
πρῶτος -η -ον first (adj.)
πρωτοστάτης, -ου, ὁ leader (n.)
πρωτοτόκια, -ων, τά birthright (n.)
πρωτότοκος -ον first-brought-forth (adj.)
πρώτως firstly (adv.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 08:48:34 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %