Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πο-

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
ποα- ποβ- πογ- ποδ- ποε- ποζ- ποη- ποθ- ποι- ποκ- πολ- πομ- πον- ποξ- ποο- ποπ- πορ- πος- ποτ- που- ποφ- ποχ- ποψ- ποω-

Annotated entries are asterisked.

ποδήρης -ες reaching to the feet (adj.)
ποδιστήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] foot-bath (n.)
πόθεν whence (adv.)
ποιέω to do/make (v.)
ποίημα, -ατος, τό work (n.)
ποίησις, -εως, ἡ doing/making (n.)
ποιητής, -οῦ, ὁ doer/maker (n.)
ποικίλος -η -ον various (adj.)
ποιμαίνω to shepherd (v.)
ποιμήν, -ένος, ὁ shepherd (n.)
ποίμνη, -ης, ἡ flock (n.)
ποίμνιον, -ου, τό flock (n.)
ποῖος -α -ον what-kind (pron.) [Pronoun]
πολεμέω to wage war (v.)
πόλεμος, -ου, ὁ war (n.)
πολεμόω [LXX] to provoke to war against (v.)
πόλις, -εως, ἡ city (n.)
πόλισ-ασεδεκ, ἡ [LXX] City of Asedec (n.)
πολιτάρχης, -ου, ὁ magistrate (n.)
πολιτεία, -ας, ἡ polity (n.)
πολίτευμα, -ατος, τό citizenship (n.)
πολιτεύομαι to conduct life live (v.)
πολίτης, -ου, ὁ citizen (n.)
πολλάκις many times (adj.)
πολλαπλάσιος -α -ον (s. πολυ-) [LXX] manifold (adj.)
πολλαπλασίων -ον manifold (adj.)
πολυλογία, -ας, ἡ wordiness (n.)
πολυμερῶς Fragmentarily (adv.)
πολυπλάσιος -α -ον [LXX] manifold (adj.)
πολυποίκιλος -ον manifold (adj.)
* πολύς πολλή πολύ much (adj.)
πολύσπλαγχνος -ον much-feeling (adj.)
πολυτελής -ές expensive (adj.)
πολύτιμος -ον very precious (adj.)
πολυτιμότερος -α -ον highly-priced (adj.)
πολυτρόπως variously (adv.)
πόμα, -ατος, τό drink (n.)
πονηρεύομαι [LXX] to do-evil (v.)
πονηρία, -ας, ἡ cunning (n.)
πονηρός -ά -όν evil, wicked (adj.)
πονηρότατος -η -ον [LXX] most wicked (adj.)
πονηρότερος -α -ον more artful (adj.)
πόνος, -ου, ὁ toil (n.)
Ποντικός -ή -όν from Pontus (adj.)
Πόντιος, -ου, ὁ Pontius (n.)
Πόντος, -ου, ὁ Pontus (n.) [Place]
Πόπλιος, -ου, ὁ Publius (n.) [Place]
πορεία, -ας, ἡ going (n.)
* πορεύω to go (v.)
πορθέω to destroy (v.)
πορισμός, -οῦ, ὁ means of gain (n.)
Πόρκιος, -ου, ὁ Porcius (n.)
πορνεία, -ας, ἡ promiscuity (n.)
πορνεύω to fornicate (v.)
πόρνη, -ης, ἡ prostitute (female) (n.)
* πόρνος, -ου, ὁ promiscuous person (n.)
πόρρω far off (adv.)
πόρρωθεν from afar (adv.)
πορρώτερον v.l. -τέρω farther (adv.)
πορρωτέρω s. -τερον farther (adv.)
πορφύρα, -ας, ἡ purple (n.)
πορφύρεος -έα -ον (s. πορφυροῦς) purple (adj.)
πορφυρόπωλις, -ιδος, ἡ purple-dealer (n.)
πορφυροῦς -ᾶ -οῦν a.k.a. πορφύρεος purple (adj.)
ποσάκις how many times (adj.)
πόσις, -εως, ἡ drink (n.)
πόσος -η -ον how much (pron.) [Pronoun]
ποταμός, -οῦ, ὁ river (n.)
ποταμοφόρητος -ον washed away (adj.)
ποταπός -ή -όν what kind (pron.) [Pronoun]
πότε[1] when? (adv.)
ποτέ[2] once/when
πότερος -α -ον whether (pron.) [Pronoun]
ποτήριον, -ου, τό cup (n.)
ποτίζω to water/give to drink (v.)
Ποτίολοι, -ων, οἱ Puteoli (n.) [Place]
ποτόν, -οῦ, τό [EXTRA] drinking-party (n.)
πότος, -ου, ὁ drinking party (n.)
ποῦ[1] where (adv.)
πού[2] somewhere (adv.)
Πούδης, -εντος, τό Pudens (n.) [Person]
πούς, ποδός, ὁ foot (n.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 08:26:50 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %