Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πλ-

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
πλα- πλβ- πλγ- πλδ- πλε- πλζ- πλη- πλθ- πλι- πλκ- πλλ- πλμ- πλν- πλξ- πλο- πλπ- πλρ- πλς- πλτ- πλυ- πλφ- πλχ- πλψ- πλω-

Annotated entries are asterisked.

πλανάω to wander/stray (v.)
πλάνη, -ης, ἡ misstep (n.)
πλανήτης, -ου, ὁ wanderer (n.)
πλάνος -ον leading astray/deceitful (adj.)
πλάξ, -ακός, ἡ slab (n.)
πλάσμα, -ατος, τό formed thing, image, figure (n.)
πλάσσω to mold (v.)
πλάστιγξ, -γγος, ἡ [LXX] ??? (n.)
πλαστός -ή -όν hypothetical (adj.)
πλατεῖα, -ας, ἡ broad (n.)
πλάτος, -ους, τό width (n.)
πλατύνω to enlarge (v.)
πλατύς -εῖα -ύ wide (adj.)
πλέγμα, -ατος, τό braided hair (n.)
πλεῖστος -η -ον most (adj.)
πλείων -ον and πλέων -ον more (adj.)
πλέκω to braid (v.)
πλεονάζω to increase/make more (v.)
πλεονεκτέω to exploit (v.)
πλεονέκτης, -ου, ὁ exploiter (n.)
πλεονεξία, -ας, ἡ greed/covetousness (n.)
πλευρά, -ᾶς, ἡ rib (n.)
πλέω to sail (v.)
πλέων -ον a.k.a. πλέον (s. πλείων) more (adj.)
πληγή, -ῆς, ἡ wound (from beating) (n.)
πλῆθος, -ους, τό multitude (n.)
πληθύνω to increase/multiply (v.)
πληθύω [LXX] to to be or become full (v.)
πλήθω [LXX] to ??? (v.)
πλήκτης, -ου, ὁ bully (n.)
πλημμέλεια, -ας, ἡ [LXX] trespass (n.)
πλημμελέω [LXX] to trespass (v.)
πλημμέλημα, -ατος, τό [LXX] fault/trespass (n.)
πλημμελής -ές [LXX] off-key/out-of-tune (adj.)
πλημμέλησις, -εως, ἡ [LXX] trespassing, sinning (n.)
πλήμμυρα, -ης, ἡ flood (n.)
πλήν except/only (adv.)
πλήρης -ες full (adj.)
πληροφορέω to fully assured (v.)
πληροφορία, -ας, ἡ Assurance (n.)
πληρόω to fill (v.)
πλήρωμα, -ατος, τό fullness (n.)
πλησιάζω [LXX] to bring near (v.)
πλησιέστερον [LXX] more near (adv.)
πλησίον neighbor (adv.)
πλήσιος -α -ον [LXX] near (adj.)
πλησμονή, -ῆς, ἡ satiety (n.)
πλήσσω to strike (v.)
πλοιάριον, -ου, τό small boat (n.)
πλοῖον, -ου, τό ship (n.)
πλοῦς, πλοός, ὁ voyage (n.)
πλούσιος -ία -ον abundant (adj.)
πλουσίως abundant, wealthy (adv.)
πλουσιώτερος -α -ον [LXX] ??? (adj.)
πλουτέω to enrich (v.)
πλουτίζω to make abundant (v.)
πλοῦτος, -ου, ὁ and -ους, τό wealth/abundance (n.)
πλύνω to wash (v.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 19-Aug-2022 14:14:26 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %