Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πι-

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
πια- πιβ- πιγ- πιδ- πιε- πιζ- πιη- πιθ- πιι- πικ- πιλ- πιμ- πιν- πιξ- πιο- πιπ- πιρ- πις- πιτ- πιυ- πιφ- πιχ- πιψ- πιω-

Annotated entries are asterisked.

πιάζω to capture (v.)
πιέζω to squeeze (v.)
πιθανολογία, -ας, ἡ persuasive-speech (n.)
πίθηκος, -ου, ὁ [LXX] ape/monkey (n.)
πικραίνω to make bitter (v.)
πικρία, -ας, ἡ bitterness (n.)
πικρός -ά -όν bitter (adj.)
πικρότερος -α -ον [LXX] more bitter (adj.)
πικρῶς bitterly (adv.)
Πιλᾶτος, -ου, ὁ Pilate (n.) [Person]
πίμπλημι to fill to capacity (v.)
πίμπρημι to ??? (v.)
πινακίδιον, -ου, τό tablet (n.)
πίναξ, -ακος, ὁ board (n.)
πίνω to drink (v.)
πιότης, -ητος, ἡ fatness (n.)
πιπράσκω to sell (v.)
πίπτω to fall (v.)
Πισιδία, -ας, ἡ Pisidia (n.)
πιστεύω to believe (v.)
πιστικός -ή -όν genuine (adj.)
* πίστις, -εως, ἡ faith/faithfulness (n.)
πιστός -ή -όν faithful (adj.)
πιστότερος -α -ον [LXX] more believing (adj.)
πιστόω to act-with-faith/assurance (v.)
πίων -ον [LXX] fat (adj.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 08:52:22 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %