Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Π π

πε-

πα- πβ- πγ- πδ- πε- πζ- πη- πθ- πι- πκ- πλ- πμ- πν- πξ- πο- ππ- πρ- πς- πτ- πυ- πφ- πχ- πψ- πω-
πεα- πεβ- πεγ- πεδ- πεε- πεζ- πεη- πεθ- πει- πεκ- πελ- πεμ- πεν- πεξ- πεο- πεπ- περ- πες- πετ- πευ- πεφ- πεχ- πεψ- πεω-

Annotated entries are asterisked.

πέδη, -ης, ἡ shackle (n.)
πεδινός -ή -όν level (adj.)
πεζεύω to travel by land (v.)
πεζῇ by land (adv.)
πεζός -ή -όν going by land (adj.)
πειθαρχέω to obey authority (v.)
πειθός -ή -όν persuasive (adj.)
πείθω to persuade/influence/convince (v.)
πεινάω to hunger (v.)
πεῖρα, -ας, ἡ trial/experience/ordeal (n.)
πειράζω to prove/test/tempt (v.)
πειρασμός, -οῦ, ὁ temptation/test/trial (n.)
πειράω to try/attempt (v.)
πεισμονή, -ῆς, ἡ persuasiveness (n.)
πέλαγος, -ους, τό depth (n.)
πελεκίζω to ??? (v.)
πέλυξ, -υκος, ὁ [LXX] axe (n.)
πέμπτος -η -ον fifth (adj.)
πέμπω to send (v.)
* πένης, -ητος, ὁ poor person (n.)
πενθερά, -ᾶς, ἡ mother-in-law (n.)
πενθερός, -οῦ, ὁ father-in-law (n.)
* πενθέω to grieve (v.)
* πένθος, -ους, τό grief (n.)
πενιχρός -ά -όν poor (adj.)
πεντάκις five times (adj.)
πεντακισχίλιοι -αι -α five thousand (adj.)
πεντακόσιοι -αι -α five hundred (adj.)
πενταπλασίως [LXX] fivefold-ly (adv.)
πενταπλόος -έα -ον (s.πενταπλοῦς) [LXX] fivefold (adj.)
πενταπλοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. πενταπλόος [LXX] fivefold (adj.)
πέντε five (adj.)
πεντεκαίδεκα (s. δεκαπέντε) [LXX] fifteen (adj.)
πεντεκαιδέκατος -η -ον fifteenth (adj.)
πεντεκαιεικοσαετής -ές [LXX] of a twenty-five-year period (adj.)
πεντήκοντα fifty (adj.)
πεντηκοστή, -ῆς, ἡ Pentecost (n.)
πεντηκοστός -ή -όν fiftieth (adj.)
πεποίθησις, -εως, ἡ conviction (n.)
πέρα [LXX] beyond (adv.)
περαίνω [LXX] to reach the end (v.)
περαιτέρω further (adv.)
πέραν across (adv.)
πέρας, -ατος, τό boundary (n.)
Πέργαμον, -ου, τό (s. -μος) Pergamus/Pergamum (n.)
Πέργαμος, -ου, ἡ or -μον, -ου, τό Pergamus/Pergamum (n.)
Πέργη, -ης, ἡ Perga (n.)
πέρδιξ, -ικος, ἡ [LXX] partridge (n.)
περί about (+acc,+gen) (prep.)
περιάγω to lead around (v.)
περιαιρέω to taking off (v.)
περιάπτω to hung round one: as Subst. (v.)
περιαστράπτω to flash-around (v.)
περιβάλλω to adorn with (v.)
περιβλέπω to look around (v.)
περιβόλαιον, -ου, τό covering (n.)
περιγίνομαι [LXX] to to be superior to others to prevail over overcome excel c. gen. (v.)
περιδέω to bind around (v.)
περιδύω [LXX] to to pull off from round strip off (v.)
περιεκτικώτατος -η -ον [LXX] grasping; containing (adj.)
περιεργάζομαι to meddle (v.)
περίεργος -ον meddling (adj.)
περιέρχομαι to come-around (v.)
περιέχω to contained (v.)
περιζώννυμι/-ζωννύω to gird round (v.)
περιζωννύω (s. -ζώννυμι) to gird round (v.)
περίθεσις, -εως, ἡ putting on (n.)
περιΐστημι to stand around (v.)
περικάθαρμα, -ατος, τό dirt (n.)
περικαθίζω [LXX] to cause to sit over (v.)
περικαλύπτω to coat (v.)
περίκειμαι to encompass (v.)
περικεφαλαία, -ας, ἡ helmet (n.)
περικλάω [LXX] to bend (v.)
περικρατής -ές overpowering (adj.)
περικρύβω a.k.a. -κρύπτω to entirely conceal (v.)
περικρύπτω (s. -κρύβω) to entirely conceal (v.)
περικυκλόω to surround (v.)
περιλάμπω to shine around (v.)
περιλείπομαι to leave-behind-all-around (v.)
περίλυπος -ον dismayed (adj.)
περιμένω to await for (v.)
πέριξ all around (adv.)
περιξύω [LXX] to ??? (v.)
περιοικέω to dwell near (v.)
περίοικος -ον dwelling round (adj.)
περιούσιος -ον possessed (adj.)
περιοχή, -ῆς, ἡ inclusion (n.)
περιπατέω to walk [carry/conduct yourself] (v.)
περίπατος, -ου, ὁ [LXX] walk (n.)
περιπείρω to entangled (v.)
περιπίπτω to encounter (v.)
περιποιέω to procure (v.)
περιποίησις, -εως, ἡ all-around-remaking/doing (n.)
περιρήγνυμι (s. -ρρήγνυμι) to tear off (v.)
περιρρήγνυμι/-ρήγνυμι to tear off (v.)
περιρρήσσω (s. -ρρήγνυμι) to tear off (v.)
περισπάω to distract/divert (v.)
περισσεία, -ας, ἡ abundance (n.)
περίσσευμα, -ατος, τό superabundant (n.)
* περισσεύω to make abound (v.)
περισσός -ή -όν excessive (adj.)
περισσότερον much more (adv.)
περισσότερος -τέρα -ον more exceptional (adj.)
περισσοτέρως exceedingly (adv.)
περισσῶς all the more (adv.)
* περιστερά, -ας, ἡ pigeon (n.)
περισύρω [LXX] to drag about (v.)
περιτειχίζω [LXX] to fortify (v.)
περιτέμνω to circumcise (v.)
περιτίθημι to place around (v.)
περιτομή, -ῆς, ἡ circumcision (n.)
περιτρέπω to turn (v.)
περιτρέχω to run round (v.)
περιφέρω to carry about (v.)
περιφρονέω to contemn (v.)
περίφρων -ον [LXX] thoughtful (adj.)
περιχαλάω [LXX] to ??? (v.)
περιχέω [LXX] to to pour round (v.)
περίχωρος -ον neighboring (adj.)
περίψημα, -ατος, τό off-scouring (n.)
περπερεύομαι to brag (v.)
Περσίς, -ίδος, ἡ Persis (n.)
πέρυσι year ago (adv.)
πέταμαι (s. πέτομαι) to fly (v.)
πετάννυμι [LXX] to spread (v.)
πέταομαι (s. πέτομαι) to fly (v.)
πετεινόν, -οῦ, τό bird (n.)
πέτομαι/πέταμαι to fly (v.)
πέτρα, -ας, ἡ rock (n.)
Πέτρος, -ου, ὁ Peter (n.) [Person]
πετρώδης -ες rock-like (adj.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 04-Oct-2022 08:16:43 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %