Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Μ μ

με-

μα- μβ- μγ- μδ- με- μζ- μη- μθ- μι- μκ- μλ- μμ- μν- μξ- μο- μπ- μρ- μς- μτ- μυ- μφ- μχ- μψ- μω-
μεα- μεβ- μεγ- μεδ- μεε- μεζ- μεη- μεθ- μει- μεκ- μελ- μεμ- μεν- μεξ- μεο- μεπ- μερ- μες- μετ- μευ- μεφ- μεχ- μεψ- μεω-

Annotated entries are asterisked.

μεγαλαυχέω to greatly boast (v.)
μεγαλεῖος -α -ον magnificant (adj.)
μεγαλειότης, -ητος, ἡ magnificence (n.)
μεγαλοκράτωρ, -ορος, ὁ [LXX] mighty in power (n.)
μεγαλοπρεπέστατος -η -ον [LXX] most befitting a great man, most magnificent (adj.)
* μεγαλοπρεπής -ές becoming great (adj.)
μεγαλόψυχος -ον [LXX] magnanimous (adj.)
μεγαλοψύχως magnanimously (adv.)
μεγαλύνω to magnify/laud (v.)
μεγάλως greatly (adv.)
μεγαλωσύνη, -ης, ἡ majesty (n.)
μέγας μεγάλη μέγα great (adj.)
μέγεθος, -ους, τό stature (n.)
μεγιστάν, -ᾶνος, ὁ magistrate (n.)
μέγιστος -η -ον greatest (adj.)
μεθ’ (s. μετά) after/against(+acc), with(+gen) (prep.)
μεθερμηνεύω to translate (v.)
μέθη, -ης, ἡ intoxication (n.)
μεθιστάνω/-ιστάω (by-form of μεθίστημι) to ??? (v.)
μεθίστημι to remove/replace (v.)
μεθοδεία, -ας, ἡ deceitfulness (n.)
μεθόριον, -ου, τό boundary (n.)
μεθύσκω to get drunk (v.)
μέθυσος, -ου, ὁ intoxicated person (n.)
μεθύω to be drunk (v.)
μείγνυμι (s. μίγνυμι) to mix (v.)
μειζότερος -α -ον greater-er (adj.)
μείζων -ον greater (adj.)
μείραξ, -ακος, ὁ [LXX] ??? (n.)
μελανία, -ας, ἡ [LXX] melancholy (n.)
μέλας μέλαινα μέλαν black (adj.)
Μελεά, ὁ Melea (n.) [Person]
μέλει (s. μέλω) to matter to (v.)
μελετάω to focus-upon (v.)
μέλι, -ιτος, τό honey (n.)
μελίσσιος -ον of bees (adj.)
Μελίτη, -ης, ἡ Malta (n.) [Place]
* μέλλω to impend/intend (v.)
μέλομαι to matter to (v.)
* μέλος, -ους, τό member (n.)
Μελχί, ὁ Melchi (n.) [Person]
Μελχισέδεκ, ὁ Melchizedek (n.) [Person]
μέλω a.k.a. μέλει to matter to (v.)
μελῳδέω [LXX] to chant (v.)
μελῳδία, -ας, ἡ [LXX] chanting (n.)
μελῳδός -ον [LXX] melodious (adj.)
μεμβράνα, -ης, ἡ parchment (n.)
μέμφομαι to to blame censure find fault with a person or thing (v.)
μεμψίμοιρος -ον criticizing (adj.)
μέν indeed
Μεννά v.l. Μαϊνάν, ὁ Menna (n.)
μενοῦν (μὲν οὖν) and μενοῦνγε (μενοῦν γε) truly/indeed
μενοῦνγε (s. μενοῦν) truly/indeed
μέντοι yet
μένω to remain (v.)
μερίζω to apportion/divide (v.)
μέριμνα, -ης, ἡ worry (n.)
μεριμνάω to be anxious (v.)
μερίς, -ίδος, ἡ part (n.)
μερισμός, -οῦ, ὁ separation/apportionment (n.)
μεριστής, -οῦ, ὁ distributor (n.)
* μέρος, -ους, τό part/piece (n.)
μεσημβρία, -ας, ἡ noon (n.)
Μεσίας, -ου, ὁ (s. Μεσσίας) Messiah (n.) [Person]
μεσιτεύω to guarantee (v.)
μεσίτης, -ου, ὁ mediator (n.)
μεσονύκτιον, -ου, τό midnight (n.)
Μεσοποταμία, -ας, ἡ Mesopotamia (n.) [Place]
μέσος -η -ον middle (adj.)
μεσότοιχον, -ου, τό middle wall (n.)
μεσουράνημα, -ατος, τό mid-heaven (n.)
μεσόω to be half done (v.)
Μεσσίας v.l. Μεσίας, -ου, ὁ Messiah (n.) [Person]
μεστός -ή -όν full (adj.)
μεστόω to fill (v.)
μετά after/against(+acc), with(+gen) (prep.)
μεταβαίνω to pass (v.)
μεταβάλλω to change/alter (v.)
μετάγω to guide (v.)
μεταδίδωμι to impart/grant a share of (v.)
μετάθεσις, -εως, ἡ displacement (n.)
μεταίρω to go away (v.)
μετακαλέω to call (v.)
μετακινέω to shift (v.)
μεταλαμβάνω to share (v.)
μετάλη(μ)ψις, -εως, ἡ participation/alteration
μεταλλάσσω to exchange/substitute (v.)
μεταμέλομαι to regret (v.)
μεταμορφόω to transfigure (v.)
μετανίστημι [LXX] to emigrate (v.)
μετανοέω to repent (v.)
μετάνοια, -ας, ἡ repentance (n.)
μεταξύ between (adv.)
μεταπέμπω to ??? (v.)
μεταπίπτω [LXX] to fall differently undergo a change (v.)
μετασκευάζω [LXX] to transform (v.)
μεταστρέφω to change (v.)
μετασχηματίζω to change (v.)
μετατίθημι to move/change-place (v.)
μετατρέπω to turn back (v.)
μεταχέω [LXX] to pour from one vessel into another (v.)
μετέπειτα thereafter (adv.)
μετέχω to partake (v.)
μετεωρίζομαι to suspend (v.)
μετεωρισμός, -οῦ, ὁ [LXX] rising to the surface (n.)
μετέωρος -ον [LXX] suspended (adj.)
μετοικεσία, -ας, ἡ deportation (n.)
μετοικίζω to emigrate (v.)
μετοχή, -ῆς, ἡ sharing (n.)
μέτοχος -ον partaker (adj.)
μετρέω to measure (v.)
μετρητής, -οῦ, ὁ measure (n.)
μετριοπαθέω to respond measuredly (v.)
μετρίως moderately (adv.)
μέτρον, -ου, τό measure (n.)
μέτωπον, -ου, τό forehead (n.)
μέχρι/μέχρις until
μέχρις (s. μέχρι) until

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Friday, 27-May-2022 15:23:22 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %