Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Κ κ

κλ-

κα- κβ- κγ- κδ- κε- κζ- κη- κθ- κι- κκ- κλ- κμ- κν- κξ- κο- κπ- κρ- κς- κτ- κυ- κφ- κχ- κψ- κω-
κλα- κλβ- κλγ- κλδ- κλε- κλζ- κλη- κλθ- κλι- κλκ- κλλ- κλμ- κλν- κλξ- κλο- κλπ- κλρ- κλς- κλτ- κλυ- κλφ- κλχ- κλψ- κλω-

Annotated entries are asterisked.

κλάδος, -ου, ὁ branch (n.)
κλαίω to weep (v.)
κλάσις, -εως, ἡ breaking (n.)
κλάσμα, -ατος, τό morsel (n.)
Κλαύδην (s. Καῦδα) Cauda (Clauda) (n.) [Place]
Κλαυδία, -ας, ἡ Claudia (n.) [Person]
Κλαύδιος, -ου, ὁ Claudius (n.) [Person]
κλαυθμός, -οῦ, ὁ crying (n.)
κλάω to break (v.)
κλείς, -ειδός, ἡ key (n.)
κλείω to shut (v.)
κλέμμα, -ατος, τό theft (n.)
Κλεοπᾶς, -ᾶ, ὁ Cleopas (n.) [Person]
κλέος, -ους, τό fame (n.)
κλέπτης, -ου, ὁ thief (n.)
κλέπτω to steal (v.)
κλῆμα, -ατος, τό branch (n.)
Κλήμης, -εντος, ὁ Clement (n.) [Person]
κληρονομέω to inherit (v.)
κληρονομία, -ας, ἡ inheritance (n.)
κληρονόμος, -ου, ὁ heir (n.)
κλῆρος, -ου, ὁ lot (n.)
κληρόω to allot (v.)
κλῆσις, -εως, ἡ calling (n.)
κλητός -ή -όν called (adj.)
κλίβανος, -ου, ὁ oven (n.)
κλίμα, -ατος, τό region (n.)
κλιμακτήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] step (n.)
κλίμαξ, -ακος, ἡ [LXX] ladder (n.)
κλινάριον, -ου, τό bed (n.)
κλίνη, -ης, ἡ bed (n.)
κλινίδιον, -ου, τό pallet (n.)
κλίνω to bend/wane (v.)
κλισία, -ας, ἡ company (n.)
κλοπή, -ῆς, ἡ theft (n.)
κλοποφορέω [LXX] to steal from rob (v.)
κλύδων, -ωνος, ὁ turbulence (n.)
κλυδωνίζομαι to toss around (v.)
κλώθω [LXX] to spin (v.)
Κλωπᾶς, -ᾶ, ὁ Clopas (n.) [Person]

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 01-Dec-2022 06:14:33 EST

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %