Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Φ φ

φε-

φα- φβ- φγ- φδ- φε- φζ- φη- φθ- φι- φκ- φλ- φμ- φν- φξ- φο- φπ- φρ- φς- φτ- φυ- φφ- φχ- φψ- φω-
φεα- φεβ- φεγ- φεδ- φεε- φεζ- φεη- φεθ- φει- φεκ- φελ- φεμ- φεν- φεξ- φεο- φεπ- φερ- φες- φετ- φευ- φεφ- φεχ- φεψ- φεω-

Annotated entries are asterisked.

φέγγος, -ους, τό light (n.)
φείδομαι to spare (v.)
φειδομένως sparingly (adv.)
φελόνης, -ου, ὁ (s. φαιλ-) thick cloak (n.)
φέρω to carry (v.)
φεύγω to flee (v.)

Copyright 2007-2022 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Wednesday, 17-Aug-2022 02:46:32 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %