Sign In | New Login | Edit Anonymously

Δ δ


δα- δβ- δγ- δδ- δε- δζ- δη- δθ- δι- δκ- δλ- δμ- δν- δξ- δο- δπ- δρ- δς- δτ- δυ- δφ- δχ- δψ- δω-
δια- διβ- διγ- διδ- διε- διζ- διη- διθ- διι- δικ- διλ- διμ- διν- διξ- διο- διπ- διρ- δις- διτ- διυ- διφ- διχ- διψ- διω-

Annotated entries are asterisked.

Δία (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
διά because of (+acc), through (+gen) (prep.)
διαβαίνω to cross over (v.)
διαβάλλω to allege/make accusation against (v.)
διαβεβαιόομαι to confidently-assert (v.)
διαβιβάζω [LXX] to to carry over or across to transport (v.)
διαβλέπω to see clearly (v.)
διάβολος -ον diabolical (adj.)
διαγγέλλω to proclaim (v.)
διαγίνομαι to pass (v.)
διαγινώσκω to distinguish discern (v.)
διαγνωρίζω to give an exact report (v.)
διάγνωσις, -εως, ἡ diagnosis (n.)
διαγογγύζω to thru-grumble (v.)
διαγορεύω [LXX] to to speak plainly declare (v.)
* διαγρηγορέω to fully awake (v.)
διάγω to thru-lead (v.)
διαδέχομαι to succeed (v.)
διάδημα, -ατος, τό diadem (n.)
διαδίδωμι to distribute (v.)
διάδοχος, -οῦ, ὁ and successor (n.)
διαδύνω [LXX] to slip through (v.)
διαζώννυμι to gird (v.)
διαθήκη, -ης, ἡ covenant (n.)
διαίρεσις, -εως, ἡ differences (n.)
διαιρέω to apportion (v.)
διακαθαίρω to purge (v.)
διακαθαρίζω to clean out (v.)
διακαθίζω [LXX] to cause to sit apart (v.)
διακατελέγχομαι to refute (v.)
διακλάω [LXX] to to break in twain (v.)
διακονέω to serve (v.)
διακονία, -ας, ἡ service (n.)
διάκονος, -ου, ὁ and servant (n.)
διακόσιοι -αι -α two hundred (adj.)
διακούω to give someone a hearing (v.)
διακρίνω to discriminate(pos) doubt(neg) (v.)
διάκρισις, -εως, ἡ differentiation (n.)
διακωλύω to deter (v.)
διαλαλέω to talk with (v.)
διαλέγομαι to discuss (v.)
διαλείπω to ceased (v.)
διάλεκτος, -ου, ἡ dialect (n.)
διαλλάσσω to interchange (v.)
διαλογίζομαι to deliberate (v.)
διαλογισμός, -οῦ, ὁ deliberation/contemplation (n.)
διαλύω to scatter (v.)
διαμαρτύρομαι to solemnize (v.)
διαμάχομαι to ??? (v.)
διαμένω to remain (v.)
διαμερίζω to divide (v.)
διαμερισμός, -οῦ, ὁ division (n.)
διανέμω to to give out (v.)
διανεύω to gesture (v.)
διανήθω [LXX] to ??? (v.)
διανθίζω [LXX] to adorn with flowers (v.)
διανοέομαι [LXX] to intend (v.)
διανόημα, -ατος, τό thought (n.)
διάνοια, -ας, ἡ cognition (n.)
* διανοίγω to open up-all-the-way (v.)
διανυκτερεύω to spend the whole night (v.)
διανύω to complete (v.)
διαξαίνω [LXX] to ??? (v.)
διαπαντός [t.r.] throughout (adv.)
διαπαρατριβή v.l. παραδια-, -ῆς, ἡ wrangling (n.)
διαπεράω to cross over (v.)
διαπετάννυμι [LXX] to spread out (v.)
διαπίπτω [LXX] to fall away (v.)
διαπλέω to sail across (v.)
διαπονέομαι to be annoyed (v.)
διαπορεύομαι to pass through (v.)
διαπορέω to perplex thoroughly (v.)
διαπραγματεύομαι to gain-by-trading (v.)
διαπρίω to infuriate (v.)
διαρπάζω to spoliate (v.)
διαρρήγνυμι/-ρρήσσω to tear/rip asunder (v.)
διαρρήσσω (s. -ρρήγνυμι) to tear/rip asunder (v.)
διαρτίζω [LXX] to mold/form (v.)
διασαλεύω [LXX] to to shake violently: to reduce to anarchy (v.)
διασαφέω to make clear (v.)
διασείω to extort (v.)
διασκευάζω [LXX] to to get quite ready equip (v.)
διασκορπίζω to scatter (v.)
διασπάω to torn apart (v.)
διασπείρω to disperse (v.)
διασπορά, -ᾶς, ἡ scattering (n.)
διαστέλλω to order/separate (v.)
διάστημα, -ατος, τό interval (n.)
διαστολή, -ῆς, ἡ distinction (n.)
διαστρέφω to twist/bend (v.)
διασυρίζω [LXX] to whistle (v.)
διασῴζω to preserved (v.)
διαταγή, -ῆς, ἡ command (n.)
διάταγμα, -ατος, τό edict (n.)
διαταράσσω to throw into confusion (v.)
διατάσσω to specifically instruct (v.)
διατελέω to continue (v.)
διατηρέω to hold onto (v.)
διατί [t.r.] wherefore (adv.)
διατίθημι to covenant (v.)
διατρίβω to stay (v.)
διατροφή, -ῆς, ἡ sustenance (n.)
διαυγάζω to glance shine through (v.)
διαυγής -ές transparent (adj.)
διαφαίνω [LXX] to to shew through let (v.)
διαφανής -ές [LXX] transparent (adj.)
* διαφέρω to surpass/carry through (v.)
διαφεύγω to get away (v.)
διαφημίζω to make known (v.)
διαφθείρω to ruin (v.)
διαφθορά, -ᾶς, ἡ decay (n.)
διάφορος -ον differing (adj.)
διαφορώτερος -τέρα -ον more differentiated (adj.)
διαφυλάσσω/-φυλάττω to guard (v.)
διαφυλάττω (s. -φυλάσσω) to guard (v.)
διαχειρίζω to massacre (v.)
διαχέω [LXX] to spread (v.)
διαχλευάζω to mock (v.)
διαχρίω [LXX] to smear all over (v.)
διαχωρίζω to separate (v.)
διάψαλμα, -ατος, τό [LXX] selah (n.)
διαψεύδω [LXX] to ??? (v.)
διδακτικός -ή -όν skillful in teaching (adj.)
διδακτός -ή -όν taught (adj.)
διδασκαλία, -ας, ἡ teaching (n.)
διδάσκαλος, -ου, ὁ teacher (n.)
διδάσκω to teach (v.)
διδαχή, -ῆς, ἡ teaching (n.)
δίδραχμον, -ου, τό double drachma (n.)
δίδυμος[1] -η -ον [LXX] double (adj.)
Δίδυμος[2], -ου, ὁ Didymus (n.) [Person]
* δίδωμι to give (v.)
διεγείρω to arouse (v.)
διενθυμέομαι to ponder (v.)
διεξέρχομαι to go/pass through (v.)
διέξοδος, -ου, ἡ dia-exodus (n.)
διερμηνευτής, -οῦ, ὁ translator (n.)
διερμηνεύω to interpret (v.)
διέρχομαι to pass-through (v.)
διερωτάω to learn (v.)
διετής -ές of a two-year period (adj.)
διετία, -ας, ἡ two-year period (n.)
διηγέομαι to exposit (v.)
διήγησις, -εως, ἡ narrative (n.)
διηνεκής -ές perpetual (adj.)
διηχέω [LXX] to to transmit the sound of (v.)
διθάλασσος -ον two seas (adj.)
διϊκνέομαι to go through (v.)
διΐστημι to separate (v.)
διϊσχυρίζομαι to be adamant (v.)
δικάζω [LXX] to judge (v.)
δικαιοκρισία, -ας, ἡ just-judgement (n.)
δίκαιος -αία -ον righteous (adj.)
δικαιοσύνη, -ης, ἡ righteousness (n.)
δικαιότατος -η -ον [LXX] most just (adj.)
δικαιότερος -α -ον [LXX] more just (adj.)
δικαιόω to justify (v.)
δικαίωμα, -ατος, τό ordinance (n.)
δικαίως justly (adv.)
δικαίωσις, -εως, ἡ vindication (n.)
δικαστής, -οῦ, ὁ judge (n.)
δίκη, -ης, ἡ justice/rightness, penalty (n.)
δίκτυον, -ου, τό net (n.)
* δίλογος -ον insincere (adj.)
διό (δι’ ὅ) therefore (conj.)
διοδεύω to travel through (v.)
διόλλυμι [LXX] to destroy utterly bring to naught; (v.)
Διονύσιος, -ου, ὁ Dionysius (n.) [Person]
διόπερ for-which-very-reason (conj.)
διοπετής -ές fallen from heaven (adj.)
διόρθωμα, -ατος, τό improvement (n.)
διόρθωσις, -εως, ἡ improvement (n.)
διορύσσω to dig through/rummage (v.)
Διός (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
Διόσκουροι, -ων, οἱ ??? (n.) [Person]
διότι because/that (conj.)
Διοτρέφης, -ους, ὁ Diotrephes (n.) [Person]
διπλάσιος -α -ον [LXX] double/twofold (adj.)
διπλόος -έα -ον (s. διπλοῦς) double/twofold (adj.)
διπλότερος -α -ον twice as many (adj.)
διπλοῦς -ῆ -οῦν a.k.a. διπλόος double/twofold (adj.)
διπλόω to double (v.)
Δίς (s. Ζεύς, Διός, ὁ) Zeus [Person]
δίς twice (adv.)
δισμυριάς, -άδος, ἡ twenty thousand (n.)
διστάζω to to be in doubt (v.)
δίστομος -ον double-edged (adj.)
δισχίλιοι -αι -α two thousand (adj.)
διϋλίζω to filter (v.)
διυφαίνω [LXX] to ??? (v.)
δίφραξ, -ακος, ἡ [LXX] ??? (n.)
διχάζω to divide into two (v.)
διχοστασία, -ας, ἡ dissension (n.)
διχοτομέω to cut in pieces (v.)
διψάω to thirst (v.)
δίψος, -ους, τό thirst (n.)
δίψυχος -ον double-minded (adj.)
διωγμός, -οῦ, ὁ persecution (n.)
διώκτης, -ου, ὁ persecutor (n.)
διώκω to prosecute/pursue (v.)
διῶρυξ, -υγος, ἡ [LXX] canal (n.)
διωστήρ, -ῆρος, ὁ [LXX] ??? (n.)

Copyright 2007-2023 Thomas Moore, Email: acct3 at, Support Forum Set Local Timezone
Saturday, 01-Apr-2023 00:40:22 EDT





The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.



᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %