Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Α α

απι-

αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-
απα- απβ- απγ- απδ- απε- απζ- απη- απθ- απι- απκ- απλ- απμ- απν- απξ- απο- αππ- απρ- απς- απτ- απυ- απφ- απχ- απψ- απω-
απια- απιβ- απιγ- απιδ- απιε- απιζ- απιη- απιθ- απιι- απικ- απιλ- απιμ- απιν- απιξ- απιο- απιπ- απιρ- απις- απιτ- απιυ- απιφ- απιχ- απιψ- απιω-

Annotated entries are asterisked.

ἀπιστέω to disbelieve/be unfaithful (v.)
ἀπιστία, -ας, ἡ disbelief/unfaithfulness (n.)
ἄπιστος -ον unfaithful (adj.)

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Thursday, 21-Oct-2021 17:41:02 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %