Sign In | New Login | Edit Anonymously
Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

Α α

ανο-

αα- αβ- αγ- αδ- αε- αζ- αη- αθ- αι- ακ- αλ- αμ- αν- αξ- αο- απ- αρ- ας- ατ- αυ- αφ- αχ- αψ- αω-
ανα- ανβ- ανγ- ανδ- ανε- ανζ- ανη- ανθ- ανι- ανκ- ανλ- ανμ- ανν- ανξ- ανο- ανπ- ανρ- ανς- αντ- ανυ- ανφ- ανχ- ανψ- ανω-
ανοα- ανοβ- ανογ- ανοδ- ανοε- ανοζ- ανοη- ανοθ- ανοι- ανοκ- ανολ- ανομ- ανον- ανοξ- ανοο- ανοπ- ανορ- ανος- ανοτ- ανου- ανοφ- ανοχ- ανοψ- ανοω-

Annotated entries are asterisked.

ἀνόητος -ον ignorant (adj.)
ἀνοητότερος -α -ον [LXX] less comprehending (adj.)
ἄνοια, -ας, ἡ folly (n.)
ἀνοίγω to open-up (v.)
ἀνοικοδομέω to re-build (v.)
ἄνοιξις, -εως, ἡ opening (n.)
ἀνόμημα, -ατος, τό [LXX] transgression (n.)
ἀνομία, -ας, ἡ lawlessness (n.)
ἄνομος -ον lawless/lawlessness (adj.)
ἀνόμως outside the law (adv.)
ἀνορθόω to restraighten (v.)
ἀνόσιος (-α) -ον unholy (adj.)
ἀνοσιώτατος -η -ον [LXX] unholiest (adj.)
ἀνοχή, -ῆς, ἡ forbearance/refrainment (n.)

Copyright 2007-2021 Thomas Moore, Email: acct3 at katabiblon.com, Support Forum Set Local Timezone
Tuesday, 21-Sep-2021 00:50:23 EDT

CATEGORIES

TEXTS

RESOURCES

ABOUT

The Kata Biblon Wiki Lexicon of the Greek New Testament is a publicly editable dictionary of the Greek New Testament and Septuagint.

www.katabiblon.com

OPTIONS



KEYMAP

abgdezhqiklm
αβγδεζηθικλμ
nxoprstufcyw
νξοπρστυφχψω
)(/\=|+'v@#*
᾿ ͺ¨ϝϛʹ%
Wildcard: %